Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

Μερικές σκέψεις για την αναγνώριση του συμφώνου συμβίωσης για τους ομοφυλόφιλους και την προοπτική της υιοθεσίας

1) Πολύ σωστά οι αριστεροί υπερασπίζονται το δικαίωμα των ομοφυλοφίλων να συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης. Το διασκεδαστικό είναι ότι πολλοί από αυτούς χρειάστηκαν τους ομοφυλόφιλους για να αναγνωρίσουν την αξία ενός θεσμού που ως τώρα τον αντιμάχονταν ως «αστικό» ή ως «απλή σύμβαση». Θα σου πουν βέβαια ότι δεν άλλαξαν άποψη και ότι απλά υπερασπίζονται το δικαίωμα του άλλου. Αυτό όμως είναι άψυχο επιχείρημα. Ίσως σιγά σιγά αναγνωρίσουν για όλους -και για τους εαυτούς τους- την αξία της θεσμικής ένωσης δύο προσώπων, την ανάγκη κοινωνικής εκδήλωσης της συντροφικής σχέσης, την εκκοινώνηση αυτού του δεσμού αγάπης.

2) Το ΚΚΕ είναι συνεπές με τον εαυτό του, τουλάχιστον με την πολιτική πράξη του υπαρκτού σοσιαλισμού, όπου εξυμνούνταν η οικογένεια ως μονάδα αναπαραγωγής και ανατροφής των μελλοντικών εργατών. Το ότι βέβαια δεν θέλουν να ανατρέφονται οι μελλοντικοί εργάτες από ομοφυλόφιλους είναι καθαρά ηθικιστικό επιχείρημα, αφού η άποψη ότι τα παιδιά των ομοφυλοφίλων μπορεί να γίνουν ομοφυλόφιλα και άρα δε θα γεννήσουν δεν τεκμηριώνεται κάπως. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτή η ωφελιμιστική αντίληψη της οικογένειας είναι απάνθρωπη. Η οικογένεια ξεκινάει από την ένωση δύο προσώπων με αγάπη και συντροφικότητα και δεν είναι απαραίτητα εργοστάσιο παραγωγής παιδιών.

3) Όταν μιλάμε για το θέμα της υιοθεσίας κακώς θέτουμε ως μέτρο σύγκρισης την ανατροφή σε μία ετεροφυλόφιλη οικογένεια. Τα παιδιά που δίδονται για υιοθεσία δεν έχουν καμία οικογένεια. Όταν λοιπόν απαγορεύουμε την υιοθεσία για τους ομοφυλόφιλους λέμε ότι προτιμούμε το ορφανοτροφείο από μία οικογένεια ομοφυλοφίλων. Και μη μου πείτε «ας το δώσουν σε ετεροφυλόφιλους», γιατί προφανώς αυτή τη στιγμή υπάρχουν πολλά περισσότερα ορφανά από ενδιαφερόμενες ετεροφυλόφιλες οικογένειες. Σε κάθε περίπτωση το κομβικό στοιχείο στην ανατροφή ενός παιδιού είναι η αγάπη και η αφοσίωση, όχι τα ερωτικά γούστα των γονιών.

4) Προφανώς το παιδί χρειάζεται πρότυπα που μερικές φορές λείπουν, είτε γιατί κάποιος γονιός απουσιάζει γενικά, είτε γιατί δεν ζει, είτε γιατί είναι απλά ανεπαρκής. Πολλά παιδιά μεγάλωσαν από τη γιαγιά, από τις θείες, από τον πατέρα κλπ. Σε κάθε περίπτωση όλοι κουβαλάμε μαζί με τα καλά και τις ελλείψεις που προέκυψαν από τον τρόπο που ανατραφήκαμε. Το ίδιο θα γίνει και με τα παιδιά των ομοφυλοφίλων. Αν όμως υπάρχει αγάπη, και οι ελλείψεις καλύπτονται και καλοί γονείς μπορούμε και μεις με τη σειρά μας να γίνουμε.


5) Μία κομβική συμβολή της επέκτασης τους συμφώνου συμβίωσης είναι η είσοδος της ομοφυλοφιλικής σχέσης στη δημόσια σφαίρα. Θα πάψουν πολλά ομόφυλα ζευγάρια να ζουν στο σκοτάδι και η υπόλοιπη κοινωνία να παριστάνει πως δε γνωρίζει.Πλέον η δυνατότητα σύναψης θεσμοποιημένης σχέσης συμβίωσης θα λειτουργεί ως κοινωνική δήλωση αλλά και ως κοινωνική αναγνώριση της σχέσης αυτής.

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Θρησκευτικά για όλους, αλλά αλλιώς

 Κάθε τόσο ανοίγει η συζήτηση για το θέμα της διδασκαλίας των θρησκευτικών στα σχολεία, και κάθε φορά μένει κανείς με την αίσθηση ότι η συζήτηση δεν έχει προχωρήσει ούτε ένα βήμα παραπέρα. Αυτό δεν πρέπει να εκπλήσσει, καθώς η συζήτηση έχει τεθεί εξ αρχής σε λάθος θεμέλια και για αυτό βγάζει λάθος συμπεράσματα, όταν κάνει τον κόπο να τα βγάλει. Και αυτό γιατί εν τέλει η συζήτηση για τα θρησκευτικά αποτελεί μέρος μίας ασίγαστης και ασυμφιλίωτης διαμάχης ενός στείρου δογματισμού και ενός ανώριμου φιλελευθερισμού.

Το λάθος στο ίδιο το ερώτημα ξεκινάει προφανώς από το θεμελιώδες λάθος στον διακηρυγμένο στόχο των θρησκευτικών στα σχολεία: τη διάπλαση καλών χριστιανών. Δεδομένου αυτού, είναι απόλυτα φυσιολογικό να γεννηθεί ο αντίλογος που λέει: «δεν είμαι χριστιανός, άρα δεν έχω καμία σχέση με τα θρησκευτικά». Και βέβαια η Εκκλησία δεν δύναται να απαντήσει σε αυτό το επιχείρημα, όπως εν τέλει και το ίδιο το κράτος. Ακόμη παραπέρα, αν ακολουθήσουμε με συνέπεια την άποψη αυτή, εύκολα θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε και στη θέση να καταργηθούν τελείως τα θρησκευτικά από τα σχολεία, καθώς δεν είναι δουλειά της εκπαίδευσης η διάπλαση καλών χριστιανών. Και μπορεί μεν να υπάρχει το επιχείρημα του Συντάγματος και της στενής σχέσης της Ελλάδας με την Ορθοδοξία, αλλά με τον τρόπο που έχει ξεκινήσει η συζήτηση το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να πείσει ότι πρέπει εν τέλει να επιβαρύνονται τα παιδιά με ένα επιπλέον μάθημα, και μάλιστα τέτοιου τύπου. Συν τοις άλλοις συχνά έρχεται ως απάντηση ο ισχυρισμός ότι αυτή η στενή σχέση ανήκει στο παρελθόν και πλήθος Ελλήνων είτε ανήκουν σε άλλη θρησκεία είτε δεν θρησκεύονται καθόλου. Τέλος το στοίχημα της ενσωμάτωσης μεταναστευτικών πληθυσμών και του ανοίγματος της ελληνικής ταυτότητας στριμώχνει ακόμη περισσότερο τον ρόλο των θρησκευτικών στα σχολεία όπως τον αντιλαμβανόμαστε σήμερα.

Για να υπερβούμε το πρόβλημα αυτό χωρίς να πετάξουμε το μωρό μαζί με τα απόνερα, πρέπει να επανεξετάσουμε τη ρίζα του προβλήματος, τη φύση δηλαδή των θρησκευτικών αλλά και τον ίδιο το ρόλο μιας θρησκείας στη κοινωνία. Αν αφήσουμε κατά μέρος αυτό καθ' αυτό το θέμα της πίστης – θέμα δύσκολο που μπορεί μόνο ο καθένας για τον εαυτό του να απαντήσει – θα πρέπει να δούμε τη θρησκεία πρώτιστα ως ένα κοινωνικό φαινόμενο και κυρίως ως μία κοσμοαντίληψη, την απόπειρα μίας κοινωνίας να ερμηνεύσει τον κόσμο, το μυστήριο της ύπαρξης, το τυχόν νόημα της ζωής και να θέσει κατευθυντήριες γραμμές στην ατομική και συλλογική ηθική. Όποιος βιαστεί να απαντήσει ότι αυτό είναι δουλειά της επιστήμης και όχι της θρησκείας, τότε θα έπρεπε να γνωρίσει λίγο καλύτερα την επιστήμη. Η σύγχρονη επιστήμη έχει πλήρη συνείδηση της ανεπάρκειάς της να δώσει τελεσίδικες απαντήσεις όχι μόνο σε μεταφυσικά, αλλά εν τέλει και σε αυτά τα «φυσικά» ερωτήματα. Επιπλέον, οφείλουμε επιτέλους να αναγνωρίσουμε ότι θρησκεία και φιλοσοφία δεν αποτελούν δύο πλήρως διακριτά πεδία, αλλά συχνά καλούνται να δώσουν απαντήσεις στα ίδια ερωτήματα. Πολλοί από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους περιστρέφονταν στις αναζητήσεις τους γύρω από το ερώτημα του Θεού και της ύπαρξης νοήματος πέρα από τον αισθητό κόσμο. Η φιλοσοφία πάντα αντλούσε από τα θεολογικά ερωτήματα, όπως και τα θεολογικά ερωτήματα βασίστηκαν και εξέλιξαν τη φιλοσοφία. Ο δυτικός χριστιανισμός πάτησε πάνω στον Αριστοτέλη. Αλλά και ο Αυγουστίνος με τη σειρά του διαμόρφωσε τη δυτική σκέψη. Τέλος, σύγχρονοι φιλόσοφοι όπως ο Σπινόζα ή ο Χέγκελ ήρθαν σε διάλογο με «θεολογικά ερωτήματα».

Αυτή η σύντομη και αδέξια αναδρομή προσπαθεί να κάνει σαφές ότι η θρησκεία δεν αποτελεί μία διαχωρισμένη και ιδιωτική σφαίρα της ζωής, αλλά ένα αναπόσπαστο κομμάτι του πώς σκεφτόμαστε για τον κόσμο. Η θρησκεία και τα διδάγματά της, οι μεγάλοι στοχαστές της, τα «ιερά κείμενα» είναι σάρκα εκ της σαρκός της πνευματικής μας κληρονομιάς και της σκέψης μας και για το λόγο αυτό είναι σημαντικό να αποτελούν μέρος της εκπαίδευσής μας.

Αυτό βέβαια δεν θα γίνει με την μορφή μίας δήθεν ουδέτερης θρησκειολογίας. Όπως καθίσταται σαφές από τα παραπάνω, η επιλογή θρησκείας δεν προσομοιάζει με ένα σούπερ μάρκετ όπου διαλέγουμε το προϊόν που μας ταιριάζει. Προφανώς ο καθένας είναι και πρέπει να είναι ελεύθερος να διαλέγει τί και εάν πιστεύει. Όμως η κάθε κοινωνία έχει ιστορικά εξελιχθεί και διέπεται ως σήμερα από εν μέρει διαφορετικές αρχές. Έτσι και σε κάθε κοινωνία ήταν διαφορετική η επιρροή της θρησκείας. Είναι σαφές ότι η ελληνική κοσμοαντίληψη βρίσκεται πολύ μακριά από τον βουδισμό, πολύ κοντά στον ορθόδοξο χριστιανισμό (αλλά και ο τελευταίος βρίσκεται κοντά στην αρχαία και νεότερη ελληνική σκέψη) και δευτερευόντως στο δυτικό χριστιανισμό ή και στο ισλάμ, ο ρόλος του οποίου ήταν πάντα κομβικός στην περιοχή. Η διδασκαλία λοιπόν των θρησκευτικών διδαγμάτων πρέπει να γίνεται σε μια αναλογία που ανταποκρίνεται στην επιρροή που αυτά είχαν και έχουν στη διαμόρφωση της κάθε κοινωνίας. Και πάλι, όχι ως δήθεν ουδέτερη παρουσίαση προς επιλογή της καλύτερης για το άτομο θρησκείας, αλλά ως ουσιαστική γνωριμία με τα διδάγματα κυρίως αυτών των δογμάτων, στα οποία βρισκόμαστε εγγύτερα.

Και τέλος πρέπει βέβαια να πάψει να προσπαθεί το μάθημα των θρησκευτικών να επιβάλει νόρμες πίστης και συμπεριφοράς στους μαθητές. Προφανώς και είναι δουλειά του σχολείου η συν-διαμόρφωση της σκέψης και του χαρακτήρα των μαθητών. Αυτό όμως οφείλει να γίνεται με τρόπο κριτικό, να συμβάλει στην ουσιαστική γνωριμία με τις ιδέες που διαμόρφωσαν την κοινωνία μας και ταυτόχρονα να αφήνει ελεύθερο χώρο στην άσκηση κριτικής, την αμφισβήτηση ακόμη και την ανατροπή τους. Χωρίς ουσιαστική γνωριμία με τη θρησκεία, τη φιλοσοφία, τα μαθηματικά, δεν υπάρχει προοπτική ούτε διαμόρφωσης σκέψης και συνείδησης αλλά ούτε και εξέλιξης αυτών. Ζωή σημαίνει γνώση, και αλλαγή.


Κυριακή, 16 Αυγούστου 2015

Ο έρωτας

- Αν το ίδιον του ανθρώπου είναι η σχέση, με τη Φύση και -εντός αυτής- με τους άλλους ανθρώπους
- Αν το ίδιον του ανθρώπου είναι η σχέση, ως αλληλεπίδραση που εκκινεί μεν από την ανάγκη όμως δεν είναι ενστικτώδης όπως στα ζώα αλλά συνειδητή, δηλαδή μερικά ελεύθερη
- Αν λοιπόν το ίδιον του ανθρώπου είναι η σχέση, τότε ο έρωτας, ενώ εκκινεί και αυτός από την ανάγκη δεν είναι ένστικτο επιβίωσης ή διαιώνισης, αλλά ως (μερικά) ελεύθερη πράξη συνιστά την ύψιστη απόπειρα για σχέση. Γίνεται η ορμή για ταύτιση, για ενότητα, που ποτέ δεν εκπληρώνεται αλλά αποζητά εναγωνίως την εκπλήρωσή της.

Άρα ο έρωτας για τον άλλο είναι η κορύφωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Το μεγαλύτερο θαύμα της. Και ταυτόχρονα η πιο τραγική στιγμή της, καθώς η σχέση παλεύει ασίγαστα με τα όριά της, με το γεγονός ότι τα όντα που σχετίζονται παραμένουν δύο χωριστά όντα.

ή για να το πούμε πιο απλά

https://www.youtube.com/watch?v=iYfpTHCm-kg
 

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Η Γερμανία ενισχύει τις αποσχιστικές τάσεις της Καταλονίας


-->



Η Κρίση της Ευρωζώνης δεν περιορίζεται πλέον σε οικονομικά ζητήματα, αλλά απειλεί να επανακαθορίσει και τα ίδια τα σύνορά της. Για πολλές εθνότητες η απόσχιση αρχίζει να φαίνεται όλο και πιο ελκυστική λύση απέναντι στην σκληρή οικονομική πολιτική που εφαρμόζει η κεντρική Κυβέρνηση. Χαρακτηριστικότερο όλων είναι ίσως το παράδειγμα της Καταλονίας. Το συντηρητικό κυβερνών κόμμα, το Convergencia i Unio (CiU), μετά από αποτυχημένες διαπραγματεύσεις με τον Ισπανό Πρωθυπουργό για την ενίσχυση της οικονομικής αυτονομίας της τελευταίας, προκήρυξε εκλογές με βασικό θέμα την ανεξαρτητοποίηση από την Ισπανία. Το αποτέλεσμα των εκλογών δεν ήταν το επιθυμητό για το κυβερνών κόμμα, το οποίο παραμένει μεν στην εξουσία, αλλά με ισχυρές απώλειες. Αυτό βέβαια δεν κλείνει το ζήτημα της σχέσης της Καταλονίας με την Ισπανία, ζήτημα που θα γίνεται όλο και πιο φλέγον όσο η Κρίση εντείνεται και στην πλούσια αυτή περιοχή.
Η ιστοσελίδα german foreign policy, η οποία αναλύει με κριτικό τρόπο την γερμανική εξωτερική πολιτική, αναφέρεται με συγκεκριμένα στοιχεία στην υποστήριξη που έχουν βρει εδώ και χρόνια οι αποσχιστικές καταλανικές φωνές στη Γερμανία.1 Χαρακτηριστικά αναφέρεται στην σχέση τους με το γερμανικό Πράσινο Κόμμα, το οποίο, όπως και τα υπόλοιπα Πράσινα Κόμματα, συμμετέχει σε επίπεδο Ευρωκοινοβουλίου σε κοινό σχήμα με την λεγόμενη European Free Alliance. Η συμμαχία αυτή αποτελείται από μία σειρά κομμάτων που, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, προωθούν τους σκοπούς των ευρωπαϊκών εθνών, περιοχών και μειονοτήτων δίχως κράτος. Επικαλούμενη την αρχή της αυτοδιάθεσης, η συμμαχία στηρίζει την προοπτική δημιουργίας νέων ανεξάρτητων κρατών όπως η Σκοτία, η Ουαλία και η Καταλονία. Έχει μάλιστα στην ιστοσελίδα του2 Χάρτη στον οποίο τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη φαίνονται διασπασμένα σε μικρότερες χώρες. Μόνο η Γερμανία εμφανίζεται μεγεθυμένη, έχοντας συμπεριλάβει την Αυστρία, την γερμανόφωνη Ελβετία και πολλές άλλες περιοχές.
Ενδεικτική είναι επιπλέον η περίπτωση της Έκθεσης Βιβλίου της Φρανκφούρτης, η οποία το 2007 φιλοξένησε ως συνεργαζόμενο έθνος όχι μία χώρα, όπως το συνήθιζε, αλλά την περιοχή της Καταλονίας, και μάλιστα έδωσε βήμα μόνο σε συγγραφείς που χρησιμοποιούν την τοπική γλώσσα. Σε χάρτη που μοιράστηκε στην έκθεση παρουσιαζόταν ως ανεξάρτητη η περιοχή της Καταλονίας, η οποία περιλάμβανε και κομμάτι της Γαλλίας. Η Έκθεση έδωσε μεγάλη δημοσιότητα σε συνηγόρους της απόσχισης της περιοχής από την Ισπανία, δηλώνοντάς τους με τον τρόπο αυτό ότι το αίτημά τους χαίρει συμπάθειας στη Γερμανία. Το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών αποτελούσε έναν από τους υποστηρικτές της Έκθεσης.
Στενές είναι και οι οικονομικές σχέσεις της Καταλονίας με το γερμανικό κρατίδιο της Βάδης-Βιρτεμβέργης. Βασιζόμενες σε ειδικές συμφωνίες που ισχύουν εδώ και 25 χρόνια, οι δύο περιοχές έχουν προωθήσει ιδιαίτερα τις συναλλαγές τους, με αποτέλεσμα η Καταλονία να αποτελεί σήμερα ιδιαίτερα προνομιακό εταίρο της Γερμανίας, σε σχέση με την υπόλοιπη Ισπανία.
Σύμφωνα με το german foreign policy, τα παραπάνω γεγονότα δείχνουν τη διαμόρφωση της μελλοντικής Ευρώπης των δύο ταχυτήτων. Από τη μία ένας ισχυρός πυρήνας με κέντρο τη Γερμανία, περικυκλωμένος από φτωχά περιφερειακά κράτη, των οποίων οι πιο προνομιακές περιοχές θα συνδέονται με το Κέντρο μέσω ειδικών συμφωνιών και μηχανισμών. Στο πλαίσιο αυτό, μία ανεξάρτητη Καταλονία θα γίνονταν καλοδεχούμενη από πολλούς, καθώς θα αποτελούσε μία οικονομική δύναμη-σύμμαχο και εταίρο στο σκληρό πυρήνα της Ευρώπης. Επιπλέον, μέσω της απόσχισης αυτής ούτε η κατακερματισμένη πλέον Ισπανία, αλλά ούτε και η ίδια η Καταλονία δεν θα διέθεταν το απαιτούμενο μέγεθος και ισχύ για να αμφισβητήσουν την γερμανική ηγεμονία.
1http://www.german-foreign-policy.com/en/fulltext/58335
2http://www.e-f-a.org./kaartje.php

http://alterthess.gr/content/i-germania-enisxyei-tis-aposxistikes-taseis-tis-katalonias-toy-dionysi-grana

http://ardin-rixi.gr/archives/10314

 

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Αξιοπρέπεια. Με κάθε θυσία.




 Ραγδαία αύξηση αυτοκτονιών στην Αττική καταγράφει το σωματείο  εργαζομένων του ΕΚΑΒ, καθώς τον Ιούνιο σημειώθηκαν 350 απόπειρες αυτοκτονιών εκ των οποίων οι 50 κατέληξαν.

Ο Γιάννης Χούσος, πρόεδρος εργαζομένων ΕΚΑΒ, μιλώντας στη Naftemporiki, εξέφρασε την έντονη ανησυχία του και για τον μήνα Ιούλιο, καθώς ήδη έχουν καταγραφεί έξι κλήσεις από τις οποίες οι πέντε κατέληξαν.

Όπως σημειώνει, ο Γιάννης Χούσος, στην πλειονότητα των περιπτώσεων τα περιστατικά αφορούσαν άτομα με ψυχικές διαταραχές.


(Από το tvxs.gr)

Τα επιχειρήματα ενάντια στην καταγγελία του Μνημονίου και τους κινδύνους που αυτή φέρει είναι πολλά και σοβαρά. Ας μη βλέπουμε γύρω μας ούτε ανόητους ούτε προδότες. Προσωπικά τα σταθμίζω κάθε μέρα που περνάει από το ξεκίνημα της Κρίσης. Ένα επιχείρημα όμως βάρυνε από την αρχή, όταν όλες η λεπτομέρειες ήταν ακόμη σκοτεινές και ακατανόητες, και βαραίνει ως σήμερα, που βλέπουμε καλύτερα τα πλην και τα υπέρ κάθε επιλογής:
Η αξιοπρέπεια ενός λαού είναι το θεμέλιο της ύπαρξής του. Ο δρόμος του Μνημονίου είναι δρόμος ντροπής, όχι μόνο για την Ελλάδα ως κράτος αλλά και για τον καθένα πολίτη της ξεχωριστά. Αυτή η ντροπή, η έλλειψη αξιοπρέπειας, αλληλεγγύης, μας σκοτώνει σιγά σιγά, μεταφορικά και κυριολεκτικά, ίσως χειρότερα από κάθε κρίση που θα προκαλούνταν από έξοδο από το Ευρώ.
Μόνο ένας λαός με αξιοπρέπεια μπορεί να βγει από τη κρίση. «Ποια αξιοπρέπεια βλέπεις στη πείνα;» θα ρωτήσουν πολλοί, και σωστά. Ένας λαός όμως, που σηκώνει τη μοίρα του και την τιμή του στα χέρια του, δε ζητιανεύει, δεν ξεπουλά την τιμή του, ακόμη και αν πεινάσει, θα έχει αξιοπρέπεια. Γιατί θα πατήσει στις δυνάμεις του, θα υπερασπιστεί τον τόπο και τα δίκια του. Θα γίνει μια γροθιά.
Πρέπει να αρχίσουμε να μιλάμε με ειλικρίνεια. Οφείλουμε να αλλάξουμε πολλά στην Ελλάδα, αλλά θα τα αλλάξουμε επειδή το θέλουμε. Από κει και πέρα πρέπει να βάλουμε αξεπέραστη κόκκινη γραμμή, την επιβίωση και την αξιοπρέπεια ενός λαού, μιας χώρας. Και ας μας κόψουν τα λεφτά. Και ας μας πετάξουν απ' το ευρώ. «...και ας τρώμε και πέτρες». Ο δρόμος της αξιοπρέπειας ίσως είναι πιο δύσκολος από υλική άποψη. Αλλά ο δρόμος της ζητιανιάς και της ντροπής δεν έχει τέρμα.

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Ποιος Τσίπρας ρε, και ποιος ΣΥΡΙΖΑ;

Πώς γίνεται να θεωρείς έναν λαό χειραγωγήσιμο, ευαίσθητο στη δημαγωγία, στη τελική ανόητο, και την ίδια στιγμή να λες ότι ενδιαφέρεσαι, ή, ακόμη χειρότερα, ότι θες να τον εκπροσωπήσεις; Οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους, αφού υποβίβασαν το λαό στη θέση του αδαούς, δικαιολογούν - μέσα τους και προς τα έξω - την επιθυμία τους αυτή ως θέληση να τον προστατεύσουν από τον ίδιο του τον εαυτό, να τον οδηγήσουν μακριά από δημαγωγούς και ψεύτικες υποσχέσεις, να τον κάνουν ευτυχισμένο παρά τις επιθυμίες του. Στη πραγματικότητα ψεύδονται, και προς τους άλλους και προς τον εαυτό τους. Το μόνο τους κίνητρο είναι ο ναρκισσισμός τους και η φιλοδοξία. Γιατί πιστεύουν ότι έχουν κάτι που τους ανυψώνει από τη πλέμπα, και τους καθιστά ικανούς να την εξουσιάζουν και να τη μαγεύουν με τις αρετές τους. Και όταν αυτό, δεν επιτυγχάνεται, και διώκονται από τον λαό που υποτίμησαν, τότε αναστενάζοντας ρίχνουν το φταίξιμο πάλι αλλού: «αυτή είναι η Ελλάδα».


Όλοι αυτοί, καθώς και άλλοι που θα ήθελαν να τους μοιάσουν, επιδίδονται τον τελευταίο καιρό σε μία επίθεση στο ΣΥΡΙΖΑ, η οποία παρότι επιφανειακά στόχο έχει να παρουσιάσει μία οργάνωση ως ανίκανη ή επικίνδυνη, στη πραγματικότητα αυτό που κάνει είναι να θεωρεί τον λαό εντελώς ηλίθιο.

Αναφέρουν διαρκώς ότι ο ΣΥΡΙΖΑ τάζει λαγούς με πετραχείλια, επιστροφή στην ευημερία του χθες, αυξήσεις στα επίπεδα του 2008, πόρσε και εξοχικά. Και εξηγούν με ύφος διεισδυτικού πολιτικού αναλυτή ότι ο ΣΥΡΙΖΑ τα λέει αυτά για να πλανέψει τον λαό. Δεν έκαναν τον κόπο να βγουν να ρωτήσουν τον πρώτο περαστικό αν θεωρεί ότι μπορούμε να γυρίσουμε στην πρότερη κατάσταση. Προσπαθούν να πουν τον ΣΥΡΙΖΑ ανεύθυνο, υπονοούν ότι ο λαός είναι ανόητος, αλλά στη πραγματικότητα το μόνο που αποδεικνύουν είναι η δική τους τρανή ηλιθιότητα, καθώς θεωρούν το αυτονόητο – ότι δεν μπορούμε να γυρίσουμε στην πρότερη κατάσταση – ως ένα καλά κρυμμένο μυστικό που μόνο αυτοί έχουν ανακαλύψει! Ο κόσμος γνωρίζει την κατάσταση που βρίσκεται, και γνωρίζει ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στα παλιά. Προστασία μόνο ζητάει από τη καταιγίδα, και αξιοπρέπεια.

Συνεχίζουν οι ίδιοι το ρεσιτάλ βλακείας μεταμφιεσμένης σε πολιτική ανάλυση περιγράφωντας τον Τσίπρα ως δημαγωγό. Δείχνουν έτσι πόσο λίγα πράγματα έχουν καταλάβει. Δεν βλέπουν ότι ο λαός γνωρίζει καλά τις ανεπάρκειες και τις παλινωδίες και της οργάνωσης και του προέδρου της. Ο κόσμος έχει πολλές αμφιβολίες για το αν ο Τσίπρας μπορεί να τα καταφέρει. Και αυτό όχι γιατί του το έδειξαν οι άλλοι φωστήρες που μας υποτιμούν, αυτοί των ΜΜΕ, που όσο μιλούν τόσο δυσκολεύουν τη θέση τους. Αλλά γιατί είναι προφανές.

Οπότε ο λαός δεν στρέφεται προς τον ΣΥΡΙΖΑ ούτε γιατί περιμένει να τρέξει το χρήμα με τη σέσουλα, ούτε γιατί γοητεύτηκε από τον χαρισματικό (!) Αλέξη Τσίπρα, και χρειάζεται φωστήρες για να του δείξουν την αλήθεια. Ο λαός στρέφεται σιγά σιγά προς τον ΣΥΡΙΖΑ για έναν πραγματικό και ουσιαστικό λόγο: γιατί μέσα σε όλη τη σαπίλα που μας έχει περικυκλώσει, αναγνωρίζει ότι εκεί που όλοι προσπαθούν να τον σώσουν παρά τη βούλησή του, ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί, έστω και με αδέξιο τρόπο, να πραγματοποιήσει τη βούληση αυτή. Τη βούληση ότι δεν είμαστε πρόθυμοι να υποστούμε άλλες ταπεινώσεις και εξευτελισμούς. Και ότι παρότι φταίξαμε, αυτή η τιμωρία δεν αξίζει σε κανένα. Ότι θέλουμε και εμείς να κάνουμε θυσίες και να αλλάξουμε, αλλά όχι έτσι. Δεν είναι η ιδεολογία του ΣΥΡΙΖΑ το θέμα. Στην ουσία της άλλωστε δεν βρίσκεται μακριά από τις ιδέες μίας σοσιαλδημοκρατίας, και μάλιστα μπαγιάτικης. Αυτό που του δίνει όμως τεράστια δυναμική, είναι η επιλογή που έκανε να ταυτιστεί με το λαό και την αντίστασή του, να τον αφουγκραστεί, να προσπαθήσει να τον εκφράσει. Και αυτό τον καθιστά μία ελπίδα για το μέλλον. Ακόμη και αν είναι εξαιρετικά δύσκολο να ισορροπήσει ανάμεσα στις πανταχόθεν απειλές και σε μία έσωθεν τάση για συμβιβασμό που αργά ή γρήγορα θα προκύψει.