Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Περί της έννοιας της αυτονομίας



Μεγάλο κομμάτι ομάδων και ατόμων του αντιεξουσιαστικού και αριστερού χώρου αυτοπροσδιορίζεται συχνά χρησιμοποιώντας τον όρο αυτονομία. Τις περισσότερες φορές όμως δεν διευκρινίζεται ακριβώς ποιο είναι το νόημα της αυτονομίας και πώς την αντιλαμβάνονται αυτοί που νιώθουν άνετα υπό τη σκέπη της.
Αν παρ' όλα αυτά προσπαθήσει κανείς να εξάγει συμπεράσματα από το λόγο και τη δράση αυτών, θα διαπιστώσει ότι συχνά η έννοια ταυτίζεται καταρχήν με την έννοια του αυτοπροσδιορισμού, ατομικού ή συλλογικού, ενώ στην πορεία λαμβάνει κυρίως μία αρνητική έννοια, ως «αυτονομία από» κάτι. Έτσι οι «αυτόνομοι» εκφράζουν τον πόθο τους για ανεξαρτητοποίηση από τις νόρμες του κυρίαρχου, από εθνικούς ή φυλετικούς προσδιορισμούς αλλά κυρίως από πολιτικές γραμμές και πειθαρχίες. Αν πάλι αποτολμήσουν να περάσουν από την «αυτονομία από» σε κάποια στοιχειώδη απόπειρα αυτοπροσδιορισμού, συνήθως καταφεύγουν σε ατομικά χαρακτηριστικά και ιδέες - στυλ , ή στην καλύτερη περίπτωση σε πολιτικές ταυτότητες οι οποίες ελλείψει συγκεκριμένου περιεχομένου μάλλον και αυτές ως στυλ θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν. Τί νόημα προσδίδουν π.χ. οι πλείστοι φερόμενοι ως αναρχικοί στη πολιτική τους ταυτότητα πέραν από αοριστίες του τύπου «κατάργηση κάθε εξουσίας και ιδιοκτησίας»; Είναι η έννοια του αναρχικού στυλ συλλογικός προσδιορισμός μίας κοινότητας που ζητά την αυτονομία της από εξωτερικούς καταναγκασμούς; Είναι η κοινότητα πράγματι ένα σύνολο ομοϊδεατών που επέλεξαν να ζουν μαζί, και μάλιστα εντός μίας ήδη υπάρχουσας κοινωνίας; Ή αφορά τελικά η αυτονομία κάθε είδους μειονοτικές ομάδες εντός μίας κοινωνίας; Όταν από την άλλη οι ιδέες αυτές αποσαφηνίζονται μέσω πιο συγκροτημένων αναλύσεων, στην περίπτωση αυτή συνιστούν μία πολιτική ανάλυση ή ιδεολογία που δεν θα μπορούσε όμως καθ' αυτή σε τίποτα να ομοιάζει με συλλογικό προσδιορισμό.
Τί είναι όμως τελικά η αυτονομία; Ακόμη περισσότερο, δικαιούται κάποιος να αποφανθεί ως προς το γνήσιο νόημα της; Σε κάθε περίπτωση οφείλει ο εκάστοτε χρήστης της έννοιας, και δη αυτός που θεωρεί ότι προσδιορίζεται από αυτήν, να καθιστά σαφή τον τρόπο με τον οποίο την νοεί.
Η αυτονομία λοιπόν φαίνεται να παρουσιάζει ελαφρώς διαφορετικό περιεχόμενο ανάλογα με το επίθετο που την προσδιορίζει. Έτσι υπάρχει η εθνική αυτονομία, η οποία έχει να κάνει συνήθως με την ανεξαρτητοποίηση ενός έθνους από έναν ξένο παράγοντα, π.χ. Ιμπεριαλιστικό, ή και με την σχετική ή απόλυτη ανεξαρτησία μίας εθνότητας – κοινότητας σε σχέση με μία κρατική οντότητα, τη δυνατότητα δηλαδή ενός λαού ή μίας κοινότητας να ορίζει η ίδια τη μοίρα της, να ασκεί η ίδια την πολιτική της1, ακόμη και εάν σε δεύτερο βαθμό εντάσσεται και ενός ευρύτερου πολιτικού μορφώματος, π.χ. ενός κράτους.
Πλησιέστερη στην αρχικά αναφερθείσα έννοια είναι η εργατική αυτονομία, όπως αναπτύχθηκε από τα κινήματα της Νέας Αριστεράς στην Ευρώπη της δεκαετίες '70-'80, και κυρίως στην Ιταλία. Η εργατική αυτονομία εμφανίστηκε ως κριτική στη λενινιστική αριστερά και στην ιδέα της εργατικής πρωτοπορίας. Για την εργατική αυτονομία, το εργατικό επαναστατικό κόμμα, αποτελούμενο από διανοούμενους επαγγελματίες επαναστάτες, που θα είχε το ρόλο της πρωτοπορίας των εργατών και θα οδηγούσε τους τελευταίους στον κομμουνισμό, δεν αποτελεί πραγματικό εργαλείο χειραφέτησης. Οι εργατικές πρωτοπορίες, όπου κατέλαβαν την εξουσία στο όνομα των εργατών, κατέληξαν να την ασκούν προς όφελος των ίδιων, μετατρεπόμενες έτσι σε γραφειοκρατίες και σε μία νέα κυρίαρχη ελίτ που καταπίεζε και εκμεταλλευόταν την εργατική τάξη στη θέση των καπιταλιστών. Αντ' αυτού η εργατική αυτονομία θεωρούσε πως η χειραφέτηση της εργατικής τάξης αποτελεί έργο της ίδιας, ότι οι ίδιοι οι εργάτες έχουν τη δύναμη να οργανωθούν, να ανατρέψουν τον καπιταλισμό και να διοικήσουν τον κόσμο μέσα από τις δικές τους δομές.
Περνώντας τώρα μετά τα παραπάνω στην έννοια της φοιτητικής αυτονομίας θα μπορούσαμε να πούμε ότι, πολύ περισσότερο από την «αυτονομία από» κόμματα και έξωθεν πολιτικές γραμμές, η έννοια της αυτονομίας έχει να κάνει με την «αυτονομία για», τη δυνατότητα του ίδιου του φοιτητικού κινήματος, ή καλύτερα, των ίδιων των φοιτητών ως κοινότητα να αυτοδιοικηθούν και να συμβάλουν στη συνέχεια και στην διοίκηση της κοινότητας στην οποία εντάσσονται, της ακαδημαϊκής. Η άσκηση λοιπόν πολιτικής (όπως νοείται παραπάνω) εκ μέρους των φοιτητών, δεν μπορεί να υποτάσσεται ούτε στις επιταγές του εργατικού ή άλλου κινήματος, αλλά ούτε και σε πολιτικές καθοδηγήσεις κομμάτων και πολιτικών ομάδων. Οι ίδιοι οι φοιτητές, το σώμα αυτών, ως συλλογικό υποκείμενο, οφείλει (ο ενικός για να γίνει σαφές το ενιαίο του συλλογικού προσώπου) να παράξει την δική του πολιτική, να διαμορφώσει τις δικές του θέσεις και απόψεις, και με βάση αυτές να πράξει, ως ανεξάρτητη ύπαρξη, λαμβάνοντας το μερίδιο άσκησης πολιτικής που του αντιστοιχεί εντός ενός θεσμού που, βέβαια, δεν αποτελείται μόνο από φοιτητές, και που επίσης δεν δημιουργήθηκε μόνο για ίδιον όφελος, αλλά για την εξυπηρέτηση κοινωνικών αναγκών. Τα παραπάνω σημαίνουν αναγκαστικά, άσχετα αν γίνεται παραδεκτό, ότι ο συμφοιτητής, ασχέτως των πολιτικών απόψεων που πρεσβεύει, δεν αποτελεί κάποιου είδους ανταγωνιστή ή ταξικό εχθρό, αλλά έναν φύσει συνάδελφο, εξίσου με τους ημετέρους μέλος της ίδιας κοινότητας, και συμπερασματικά ισότιμος με οιονδήποτε άλλον φοιτητή συμμετέχοντα στις διαδικασίες απόφασης, με την ισχύ αλλά και την υποχρέωση υπακοής στην κοινότητα που αυτό συνεπάγεται. Μπορεί βέβαια η ταξική προέλευση δύο φοιτητών να είναι πολύ διαφορετική, και αυτό έχει σημαντικές συνέπειες στον τρόπο που αντιλαμβάνονται το ρόλο και τον τρόπο λειτουργίας του πανεπιστημίου, αλλά κάτι τέτοιο δεν αλλάζει το γεγονός ότι και οι δύο βρίσκονται υπό την ίδια κοινότητα και οφείλουν να συναποφασίσουν για τη μοίρα της, γιατί αυτοί αποτελούν τους κατεξοχήν αρμόδιους για να κρίνουν μία σειρά ζητημάτων περί της λειτουργίας και του ρόλου του πανεπιστημίου. Η αντίθετη άποψη αντιλαμβάνεται το φοιτητικό χώρο κυρίως ως σπαρασσόμενο από ταξικούς ανταγωνισμούς και επομένως καθόλου αυτόνομο να αποφασίζει ως σώμα για τα ζητήματα που τον αφορούν. Επομένως και το σώμα των φοιτητών που αποφασίζει, η γενική συνέλευση, δεν αποτελεί παρά πεδίο μάχης αντικρουόμενων ταξικών συμφερόντων, όπου η επικράτηση των «προλετάριων – επαναστατών» επί των «αστών» και ο έλεγχος του σώματος από τους πρώτους για εξυπηρέτηση του ταξικού ανταγωνισμού αποτελεί τον αποκλειστικό στόχο. Προφανώς το φοιτητικό σώμα δεν είναι καθ' αυτό το κατεξοχήν αρμόδιο, καθώς δεν έχει την απαιτούμενη σύνθεση, για να αποτελέσει εργαλείο ταξικής πάλης. Από την άλλη όμως υπάρχουν ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη λειτουργία και το ρόλο του πανεπιστημίου, ζητήματα πολύ σημαντικά που οφείλουν να αποφασιστούν από το σύνολο της αφορώσας κοινότητας, και που εξ' αντανακλάσεως (βλ. ρόλο της εκπαίδευσης και του επιστήμονα, ρόλο του πανεπιστημίου ως ειδήμονα στην κοινωνία, δωρεάν και δημόσιος ή αγοραίος χαρακτήρας της εκπαίδευσης) επηρεάζουν βαθειά την ίδια τη μορφή και τη λειτουργία της κοινωνίας. Η αριστερά στα πανεπιστήμια έχει πληρώσει πολύ ακριβά την σύγχυση ή την υποβάθμιση του ρόλου του πανεπιστημίου και την συνεπαγόμενη απαξίωση εκ μέρους της των συλλογικών διαδικασιών των φοιτητών και την χρησιμοποίηση του πανεπιστημίου αποκλειστικά ως φυτώριο «επαγγελματιών επαναστατών».
Κάτι θεμελιώδες που επίσης αναγκαία προκύπτει από τα παραπάνω, είναι ότι το συλλογικό πρόσωπο των φοιτητών, για να θεμελιωθεί και να λειτουργήσει, για να μπορέσουν δηλαδή οι φοιτητές να συγκροτηθούν πραγματικά ως σώμα, να εκφράσουν θέσεις και να πράξουν ανάλογα, απαιτούνται διαδικασίες, μέσα από τις οποίες το συλλογικό αυτό πρόσωπο θα μιλά και θα πράττει. Το σώμα λοιπόν χρειάζεται στόμα και χέρια, ειδάλλως δεν είναι σώμα, αλλά ένα συνονθύλευμα μελών, χειρότερο και από τον Φρανκενστάιν, γιατί τα μέλη αυτά δεν ελέγχονται από έναν εγκέφαλο, δεν πράττουν κάτι συγκεκριμένο, αλλά δρουν αλλοπρόσαλλα, χωρίς συντονισμό, χωρίς ειρμό, χωρίς νόημα. Η συμφωνία επάνω σε συγκεκριμένες διαδικασίες, μέσα από τις οποίες το συλλογικό πρόσωπο θα εκφράζεται και θα δρα, δεν είναι άλλη από τη θέσμιση, τη δημιουργία δηλαδή θεσμών, σταθερών διαδικασιών από τις οποίες έχει συμφωνηθεί να συνάγεται με συγκεκριμένο τρόπο η βούληση του σώματος. Οι διαδικασίες αυτές μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο δημοκρατικές, να δύνανται υπό κάθε συνθήκη ή κατά περίπτωση να εκφράζουν με τον καλύτερο τρόπο αυτό που ονομάζουμε συλλογική βούληση, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχουν. Αν δεν υπάρχουν θεσμοί, δεν υπάρχει συλλογικό πρόσωπο. Υπάρχουν μόνο ευκαιριακές συσσωματώσεις θελήσεων, άλλοτε περισσοτέρων και άλλοτε λιγότερων που το αν δρουν για λογαριασμό των ίδιων ή de facto εκφράζοντας τη βούληση των πολλών, μπορεί να το κρίνει, ελλείψει σαφών διαδικασιών, μόνο η ιστορία, ίσως ούτε και αυτή. Ελλείψει λοιπόν θεσμών, δεν υφίσταται αυτονομία, γιατί το υποκείμενο αυτής δεν υπάρχει.
Σημαίνει κάτι τέτοιο, ότι σε οιαδήποτε περίπτωση η βούληση ενός σώματος που προκύπτει από μία θεσμισμένη διαδικασία αντικατοπτρίζει καλύτερα την πραγματικότητα από, για παράδειγμα, μία μαζική και αυθόρμητη κίνηση μεγάλου μέρους του σώματος; Από που και ως που είναι 10 γραφειοκράτες συνδικαλιστές πιο αντιπροσωπευτικοί από μία μάζα χιλίων φοιτητών που διαμαρτύρεται; Είναι το καταστατικό – οι κανόνες με βάσει τους οποίους λειτουργούν οι θεσπισμένες διαδικασίες - ο μόνος γνήσιος ερμηνευτής της βούλησης τους σώματος; Οποιαδήποτε νηφάλια σκέψη δεν θα μπορούσε να απαντήσει θετικά χωρίς τουλάχιστον να προβληματιστεί. Οδηγούμαστε έτσι να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη μίας εν δυνάμει ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ των θεσμισμένων διαδικασιών και αυτού που συμφωνήθηκε ότι εκφράζουν – της βούλησης του συλλογικού προσώπου. Είναι αυτή η αντίφαση πάντα συμφιλιώσιμη; Και αν δεν είναι πάντα συμφιλιώσιμη, εις βάρος τίνος πρέπει να γείρει η πλάστιγγα;
Για να αποφανθούμε σε σχέση με το τελευταίο ερώτημα δεν πρέπει ξαφνικά να πετάξουμε στα σκουπίδια όλες τις παραπάνω παραδοχές. Συλλογικό πρόσωπο χωρίς σταθερές διαδικασίες δεν υφίσταται. Η βούλησή του δεν δύναται να παραμένει ένα μεταφυσικό ζήτημα που θα κρίνεται κάθε φορά κατά το δοκούν. Οι θεσμοί είναι λοιπόν συστατικό στοιχείο αυτού. Από την άλλη, και ιδίως στις εξαιρετικές περιπτώσεις όπου το σώμα βρίσκεται σε αναταραχή εν όψει κάποιου πολύ σοβαρού ζητήματος, οπότε και το ενδιαφέρον του συνόλου των μελών αυξάνεται και τότε αυτά μπαίνουν ορμητικά στην πολιτική, είναι δυνατόν οι διαδικασίες αυτές να καταστούν αρτηριοσκληρωτικές και να λειτουργήσουν παρακωλυτικά στην ουσιαστική πολιτική συμμετοχή των μελών του σώματος, να διαστρεβλώσουν ή να αδυνατούν να εκφράσουν την πραγματική βούληση του σώματος. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί ακόμη να προκύψει και η ανάγκη για νέες διαδικασίες διάγνωσης και έκφρασης της συλλογικής βούλησης. Συνήθως βέβαια τέτοιες εκρήξεις είναι αφενός πολυφωνικές και αφετέρου παροδικές. Αφενός δηλαδή δεν δύνανται από μόνες τους και χωρίς συγκεκριμένες πάλι διαδικασίες να εκφράσουν μία μόνη βούληση, και αφετέρου δεν διαρκούν, ώστε να μιλήσουμε για μία παγίωση της αμεσοδημοκρατικής διαδικασίας ικανή να διοικήσει σε βάθος χρόνου το συλλογικό πρόσωπο. Προκύπτει έτσι πάλι επιτακτική η ανάγκη «εκπροσώπησης» του σώματος από τους θεσμούς του.
Τί μπορεί λοιπόν να γίνει για να συμφιλιώσει όσο δυνατόν περισσότερο την αγεφύρωτη αυτή σύγκρουση; Και ποια λύση θα ήταν συνεπής με την αρχή της αυτονομίας του συλλογικού υποκειμένου, που τυπικά (μόνο;) απαιτεί διαδικασίες συγκεκριμένες για τη συγκρότηση και την έκφρασή του, αλλά την ανάγκη αυτή τη θεμελιώνει στη βαθύτερη ανάγκη για μία ουσιαστικά άμεση και καθαρή έκφραση της βούλησης του ίδιου του σώματος, και επομένως οφείλει να παραμένει πάντα ευαίσθητη στη vox populi;
Οφείλουμε λοιπόν να αντιληφθούμε και να δομήσουμε μία διαλεκτική σχέση μεταξύ των θεσμών που εκφράζουν μέσω θεσπισμένων διαδικασιών τη βούληση του σώματος, και την ίδια τη βούληση όπως αυτή πολλές φορές προκύπτει σαφώς και εξωδιαδικαστικά. Πρέπει να κρατήσουμε και να βελτιώσουμε τις διαδικασίες, αναγνωρίζοντας την ανάγκη για σωστή αλλά και σταθερή (και όχι κυμαινόμενη ανάλογα με το ενδιαφέρον για συμμετοχή) εκπροσώπηση του συλλογικού προσώπου, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να έχουμε το ένα αυτί και το ένα μάτι στραμμένο προς αυτό που αποτελεί το πρόσωπο, δηλαδή τα ίδια τα μέλη του και τις επιθυμίες τους, ανεξαρτήτως με ποια διαδικασία αυτές προκύπτουν. Πρέπει, αντί να εγκαταλείπουμε, να κρατήσουμε τους θεσμούς, γιατί είναι απαραίτητο εργαλείο λειτουργίας του συλλογικού προσώπου ακόμη και όταν αυτό βρίσκεται «εν υπνώσει», και βέβαια να τους αναμορφώσουμε προς τη κατεύθυνση που να συμβάλλουν στην όσο μεγαλύτερη ταύτιση της βούλησης του σώματος με τη βούληση των μελών του, στην μεγαλύτερη δυνατή ταύτιση σώματος και εκπροσώπων, και στην όσο γίνεται ισότιμη συνάσκηση εξουσίας από όλα τα μέλη του, κάτι που αποτελεί την ορθότερη οδό για τη διακρίβωση της βούλησης αυτών και επομένως για μία δημοκρατική πολιτική. Την ίδια στιγμή όμως πρέπει να κοιτάμε συνεχώς λοξά και προς τις δυνάμεις αυτές που δεν εκφράζονται απαραίτητα με τις συντεταγμένες διαδικασίες, παρόλα αυτά εκφράζονται σαφώς και με ένταση. Οι δυνάμεις αυτές, ακόμη και σε αντίθεση με το θεσπισμένο, αποτελούν τη καρδιά του σώματος, που στέλνει ίσως αίμα σε μουδιασμένα σε βαθμό σαπίλας ενίοτε μέλη, και δεν πρέπει να τις αγνοούμε, αλλά αντίθετα να τις χρησιμοποιούμε για την αναζωογόνηση του σώματος, για την διάγνωση της θέλησής του και την βελτίωση των διαδικασιών διακρίβωσης της θέλησης αυτής. Αυτή ακριβώς η διαλεκτική σύνθεση αποτελεί την οδό που κατευθύνεται προς τα ποτέ πλήρως υλοποιήσιμα, αλλά πάντοτε άξια διεκδίκησης αγαθά της αυτονομίας και της δημοκρατίας.

1ως πολιτική εδώ νοείται η οργάνωση και διοίκηση της ζωής

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

γιατί μπαμπα;



«Γιατί ρε πατέρα σ'αυτή τη ρημάδα τη χώρα πρώτοι στο κουρμπέτι να θεωρούνται όσοι έχουν πατήσει επί πτωμάτων;»

μία τέτοια απορία από το στόμα 18χρονου θα είχε ίσως μία σοβαρότητα, αλλά απ'το δικό μου στόμα ξεφεύγει της φαιδρότητας μόνο στα πλαίσια μίας χαλαρής σιχτιροκουβέντας με τον μπαμπά:

«νομίζεις ότι ο κόσμος πραγματικά τους εκτιμά;» ήταν η αφοπλιστική απάντηση από το στόμα ενός πάντα πρακτικού και εύστοχου ανθρώπου. Γι' αυτό έγινε χειρουργός φαίνεται...

Έχει τα δίκια του ο μπαμπάς. Τί ακριβώς έχουν αυτές οι περιπτώσεις ανθρώπων, εκτός από χρήματα, που αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού; Λαμόγια που έβγαλαν χρήματα με κάθε τρόπο, νόμιμο ή παράνομο, σίγουρα όμως ανήθικο. Μήπως οι πισίνες και τα κότερα αναπληρώνουν την απαξίωση συναδέλφων και γνωστών; Τί μπορεί αυτή τη στιγμή να περισώσει την αξιοπρέπεια του Μαντέλη; Και πόσο ευτυχές θα μπορούσε να θεωρηθεί το δια μιζών σπουδαγμένο τέκνο του; Τί ακριβώς θα μπορούσε να καταστήσει τυχερό τον πλούσιο Κούγια, όταν παντρεύτηκε και χώρισε τη μάνα των παιδιών του, μία γυναίκα αμφισβητούμενων ηθών και αναμφισβήτητης ανικανότητας; έναν άνθρωπο που μετέρχεται κάθε απεχθούς μέσου για να κερδίσει μία υπόθεση; Μήπως η εκτίμηση των συναδέλφων και των γύρω του; αρκούν τα χρήματα, ακόμη και για ένα τέτοιο σκουπίδι σαν αυτόν για να τον θεωρήσουμε «ευτυχή;» ή «αγαπητό;»

Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε, με το κίνδυνο να κατηγορηθούμε για αυθαιρεσία, ότι άνθρωποι τοιούτου ποιόντος αποτελούν όντως λόγο αναγούλας για πλήθος ανθρώπων, και ότι η πλειοψηφία διατηρεί μία στοιχειώδη ηθική απαξία για τέτοιες περιπτώσεις, στο βαθμό βέβαια που αυτές γίνονται αντιληπτές. Ερχόμαστε τώρα στη τιβί, και σε πλήθος ανδρικών και γυναικείων περιοδικών. Το πρότυπο του ζάμπλουτου με τη παραμυθένια ζωή ξεχειλίζει από το σύνολο των μέσων ενημέρωσης. Ο Κούγιας ανάγεται στον γνωστότερο (αυτόματα και στον καλύτερο;) δικηγόρο, άνθρωπος ικανός και επιτυχημένος. Μέρα μεσημέρι συζητείται η περίπτωση αλεξανδράτου, η τσόντα και το μεγάλο ποσό που εξοικονόμησε από αυτήν φαντάζουν στην καλύτερη περίπτωση ως τολμηρά, ποτέ όμως, για ένα περίεργο δημοσιογραφικό δέον που προστάζει να γλύφουν κάθε σκουπίδι στο οποίο αναφέρονται,  δεν κρίνεται ως ηθικά μεμπτό, ειδικά όταν αποφέρει πολλά ευρώ. Τί ακριβώς καθιστά πλήθος από αυτά τα υποκείμενα άξιο αναφοράς σε μεσημεριανάδικα και περιοδικά, εκτός του απλού γεγονότος ότι έκαναν κάτι για να προβληθούν, έβρισαν κάποιον, τραγούδησαν περίπου, γδύθηκαν κυρίως, κονόμησαν προπαντός...

Αν λοιπόν μεγάλο κομμάτι της reality και lifestyle ενημέρωσης έχει καταλήξει (ακόντως;) να προβάλει ένα μάτσο σκιές ανθρώπων οι οποίοι τίποτα το αξιόλογο δεν έχουν να μεταδώσουν στην ηδονοβλεπούσα κοινωνία εκτός από την ίδια την εκπόρνευσή τους, αν εν τέλει το μόνο πρότυπο που φέρουν, σε αντίθεση μάλιστα με τα κυρίαρχα και κατ' επίφαση από αυτούς υποστηριζόμενα ήθη και αξίες, είναι αυτό του με κάθε μέσο πλουτισμού και δημοσιότητας (αγαθά αλληλοτρεφόμενα), μήπως είναι καιρός να θεωρηθούν αυτοί και τα μηνύματά τουλάχιστον ταξικά μεροληπτικά, αν όχι εχθρικά προς τον ίδιο το λαό; Γιατί τί άλλο είναι μία μορφή προπαγάνδας που νίπτει τα ανομήματα του χειρότερου και πιο διεφθαρμένου κομματιού της άρχουσας τάξης, που παρουσιάζει το μοντέλο της άνευ ηθικών αναστολών συσσώρευσης πλούτου ως το ιδανικό και αξιοζήλευτο για κάθε οικογένεια; Δεν υπερασπίζεται με κεκαλυμμένο τρόπο όχι μόνο τις αξίες που μας βύθισαν στη διαφθορά και τη παρακμή, τις αξίες που βασίζονται στην εκμετάλλευση των από κάτω, αλλά και τους ίδιους τους φορείς τους; Και εν τέλει δεν νομιμοποιεί την κατοχή εκ μέρους τους ενός πλούτου που είναι σαφέστατα κλεμμένος; Γιατί τί άλλο είναι οι μίζες τις ζίμενς, οι υπέρογκες δικηγορικές αμοιβές που μέρος τους διατίθεται στον χρηματισμό δικαστών, τα εφοπλιστικά κέρδη εις βάρος ασιατών ναυτών, η πολυδιαφημισμένη πορνοαισχροκέρδεια, η λεηλασία των ασφαλιστικών ταμείων κλπ κλπ κλπ κλπ κλπ...;

αν λοιπόν μπαμπά ο λαός αυτός έχει μάτια και δεν χειροκροτεί την διεφθαρμένη πλουτοκρατία του, μήπως θα πρέπει να ρίξει μερικές κλωτσιές και κατά στεφανίδου και λαμπύρη, κατά φώτη και μαρία μεριά; Μηπώς τελικά ο θάνατος του μεσημεριανάδικου και του lifestyle είναι και ταξικό ζήτημα ;)


Πέμπτη 15 Απριλίου 2010

Η στάση πληρωμών και οι επιπτώσεις της



Παραθέτω το λινκ από άκρως ενδιαφέρον άρθρο του Techie Chan, όπως αναδημοσιεύεται στο εξαιρετικό blog των youpayyourcrisis. Τα ερωτήματα είναι πολλά και η αγωνία για εύρεση πολιτικού μπούσουλα στο χάος της σημερινής κατάστασης μεγάλη. Ελπίζω το άρθρο αυτό, και το site γενικότερα, βοηθήσουν. Ευχαριστώ πολύ τα παιδιά του μπλογκ



http://youpayyourcrisis.blogspot.com/2010/04/teotwayki.html

Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

Probe opened into France Telecom suicides

 http://www.businessweek.com/ap/financialnews/D9EVISR80.htm





The prosecutor's office said Friday the probe follows a complaint last year by a union representing France Telecom employees as well as a report by the state labor inspector into the deaths. The investigation was ordered Thursday.A state prosecutor has ordered an investigation into accusations that harassment by managers at France Telecom was to blame for employee suicides.
Unions blame the suicides on stresses brought on by corporate restructuring. The former state-run company laid off around 22,000 people between 2006 and 2008.
Dozens of French Telecom workers have committed suicide in recent months. Last month, the company unveiled a response plan that included the hiring of thousands of new sales and customer relations workers to ease the work pressures on its current staff.
"At one time, there was an intention to create a sense of frustration so employees would leave. The problem was that it worked too well," said Jean-Paul Teissonniere, a lawyer for the union that filed the complaint.
A France Telecom lawyer disputed that claim.
"One cannot talk about a policy of moral harassment, each suicide must be put in its context," said Claudia Chemarin, a company lawyer.
Concerns over the suicides led the company last year to put its restructuring on hold and conduct a series of meetings with employee representatives to address stress in the workplace.
Chairman Didier Lombard came under fire for his handling of the suicides, and handed over his role as chief executive last month to Stephane Richard.
A report by the French labor inspector's office concluded that 14 cases of suicide, attempted suicide or depression can be considered directly linked with the company's managerial techniques -- such as pressuring employees to change jobs or giving them work the employees considered "devaluing."
The inspector's report found that some of the company's restructuring targets, including layoffs, productivity increases, and thousands of job changes, could constitute moral harassment.
Such alleged tactics came down particularly hard on those employees who retained their civil service status -- with its nearly iron-clad job protections -- from before France Telecom's 

French unease at telecom suicides
French Labour Minister Xavier Darcos is to meet the head of the country's main telecommunications company to discuss a number of suicides among its staff.
Twenty-three employees of France Telecom have killed themselves since the beginning of 2008.
Unions blame tough management methods at the multinational, which was privatised in 1998.
But France Telecom says the rate of suicides is statistically not unusual for a company with a 100,000 workforce.
According to the World Health Organization, France had an annual suicide rate of 26.4 for 100,000 men in 2008. The rate for women was 9.2 suicides per 100,000.
The latest suicide occurred on Friday, when a 32-year-old woman leapt to her death at a France Telecom office in Paris.
On Wednesday, a 49-year-old man in Troyes, east of Paris, plunged a knife into his own stomach during a meeting in which he had been told he was being transferred.
He is being treated in hospital.
Counselling
Mr Darcos is to meet France Telecom chief executive Didier Lombard early next week, a spokesman for the labour ministry announced on Saturday.
The unions say a never-ending drive for efficiency is causing emotional havoc in the workforce - especially among older employees recruited when France Telecom was part of the public sector.
Since privatisation in 1998 some 40,000 jobs have gone, and unions say there is pressure on many employees either to leave or to accept new working conditions.
The management of France Telecom denies that there has been a sudden increase in the suicide rate.
It points out that in the year 2000 there were 28 suicides in the company - a figure which it says is statistically not unusual.
France Telecom says most suicides are prompted by personal, not professional, causes.
However, a BBC correspondent in Paris says the firm concedes that the cultural and organisational changes required by the move from French public monopoly to a competitive multinational were bound to cause stress.
After the latest cases it has promised to hire more counselling staff and to suspend internal job transfers pending new talks with the unions.









Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

άρθρο σπύρου μαρκέτου για την κρίση από tvxs.gr


Μόνη λύση σήμερα η αναστολή πληρωμών



Είναι αδύνατο να ανακάµψει η οικονοµία στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που υιοθετεί πλέον η κυβέρνηση, πιεσµένη από τις «αγορές», οι οποίες επιβάλλουν τις επιλογές τους και στην ΕΕ. Πρiν από καιρό, κι ενώ περί άλλα τύρβαζαν πολλοί που σήµερα κινδυνολογούν, είχα υποστηρίξει ότι πρέπει να κηρυχθεί στάση πληρωµών του δηµόσιου χρέους (ξεπέρασαν τα 41 δις το 2009) και να γίνει αναδιαπραγµάτευσή του. Ειδάλλως θα χρειαζόταν «να περικοπούν όλες οι κοινωνικές δαπάνες και να µπει φυτίλι στη δηµοκρατία και την κοινωνική συνοχή για να πληρωθούν κατά προτεραιότητα οι δανειστές [...] Κάτι τέτοιο, βέβαια, σηµαίνει καταστροφική και βίαιη υποβάθµιση του βιοτικού επιπέδου και υπόσχεται, οδηγώντας τη χώρα δεκαετίες πίσω, εντάσεις τέτοιες που δεν έχουµε ξαναδεί από τον καιρό του Εµφυλίου». [1]
Οι εξελίξεις που µεσολάβησαν δυστυχώς επικυρώνουν αυτή την εκτίµηση. Απλώς το δηµόσιο χρέος βάρυνε στο µεταξύ άλλα 40 δις, τα οποία φυσικά δεν έγιναν µισθοί και συντάξεις, αλλά και πάλι γλίστρησαν προς τους ισχυρούς. Πολιτική µε τραγική κατάληξη: υπογράφοντας η Ελλάδα το σύµφωνο οµαδικής αυτοκτονίας που της ζητούν οι «αγορές» γίνεται προτεκτοράτο, µας εξηγεί ένας στρατηγικός αναλυτής παγκόσµιων επενδύσεων χαρτοφυλακίου. [2] Ο πλούτος της χώρας κλείνεται στα θησαυροφυλάκια των τραπεζών και µερικών µεγάλων επιχειρήσεων, ενώ τα νοικοκυριά ρίχνονται στη φτώχεια. Kάθε νεογέννητο βρίσκεται φορτωµένο µε τριάντα χιλιάδες δηµόσιο χρέος, που δεν δαπανήθηκε για χάρη του, και καλείται να δουλεύει ισόβια για να το ξεπληρώσει. Σε τι διαφέρει άραγε από τα παιδιά των µαύρων σκλάβων που γεννιούνταν δούλοι κι έπρεπε έπειτα, τα πιο τυχερά, να εξαγοράσουν την ελευθερία τους; [3]
Οι οικονοµικές θυσίες τα ερχόµενα χρόνια είναι αναπόφευκτες, το ζήτηµα είναι αν θα µοιραστούν δίκαια. Θα είναι τέτοιες που µας κάνουν δουλοπάροικους των τραπεζιτών ή, αντίθετα, θα επιβαρύνουν κυρίως αυτούς που ωφελήθηκαν από τις πολιτικές επιλογές των τελευταίων δεκαετιών και θα συνοδευτούν από αντισταθµιστικές θεσµικές αλλαγές, ευρύτατες και ριζικές, τέτοιες που ν’ αντιστρέφουν την κοινωνική πόλωση; Η έκβαση της µάχης, που δεν αφορά µόνο την Ελλάδα, είναι αβέβαιη, όπως παραστατικά µας εξηγεί ο µεγάλος κοινωνιολόγος Ιµµάνουελ Βαλλερστάιν σ’ ένα βιβλιαράκι απαραίτητο για να γνωρίσουµε την εποχή µας. [4] Αυτό σηµαίνει πως µπορεί να χαθεί, αλλά έχει και πολύ περισσότερες πιθανότητες απ’ όσες φανταζόµαστε να κερδηθεί.
Βασική πολιτική πραγµατικότητα είναι ότι ο ελληνικός λαός είδε το κράτος να δίνει δεκάδες δις για να σώσει τις τράπεζες,ψήφισε την κυβέρνηση επειδή πληροφορήθηκε ότι «λεφτά υπάρχουν», και όµως καλείται τώρα σε θυσίες χωρίς ηµεροµηνία λήξης. Σ’ αυτές τις συνθήκες αποτελεί πράξη ύψιστης πολιτικής ανευθυνότητας να δοκιµαστούν ακόµη περισσότερο οι αντοχές του. Οι θεσµικά ισχυροί αλλά διανοητικά µετέωροι και πολιτικά ευάλωτοι γκουρού του νεοφιλελευθερισµού ζητούν αναδιανοµή του εθνικού προϊόντος υπέρ των πλούσιων. Αυτή όµως θα εξαερώσει άµεσα τη νοµιµοποίηση της κυβέρνησης, και µεσοπρόθεσµα δεν απειλεί απλώς µε εξάρθρωση το κυβερνών κόµµα, αλλά και υπονοµεύει την πραγµατική οικονοµία και την ίδια τη δηµοκρατία µας. Λύση εποµένως ηθικά, πολιτικά και οικονοµικά απαράδεκτη. Επιλέγοντάς την το Πασόκ, για να κερδίσει µερικούς βασανιστικούς µήνες φυγής από την πραγµατικότητα, δυναµιτίζει το κύρος του στους οπαδούς του κι εµπεδώνει το µήνυµα ότι στις σηµερινές συνθήκες του τερµατικά αρτηριοσκληρωτικού καπιταλισµού δικαιώµατα δηµοκρατικής επιλογής έχουµε µόνο σε διακοσµητικούς τοµείς.
Η ιστορία µας δίνει εδώ ένα διδακτικό παράδειγµα. Το 1932 ο ελληνικός λαός ήταν πολύ πιο αµόρφωτος και ανοργάνωτος, και λιγότερο απαιτητικός από σήµερα. Ωστόσο ο χαρισµατικός πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, που είχε πρόσφατα επανεκλεγεί σαρώνοντας τους αντιπάλους του, εξανέµισε τη δηµοτικότητά του ακολουθώντας µια πολιτική σαν κι αυτήν που σχεδιάζει τώρα ο Γιώργος Παπανδρέου. Αφαίµαξε την οικονοµία στη λεγόµενη Μάχη της Δραχµής και όταν τελικά κήρυξε στάση πληρωµών, έπειτα από µερικούς µήνες αντίστασης δηλαδή, ήταν πια πολύ αργά. Το κόµµα του είχε στο µεταξύ διαλυθεί και η δηµοκρατία εκτροχιαστεί,µε τελικούς ωφεληµένους τους Γλύξµπουργκ και τον Μεταξά. Η ειρωνεία είναι ότι µετά την πτώση του Βενιζέλου οι ακροδεξιές κυβερνήσεις σταθεροποιήθηκαν ακριβώς επειδή η ελληνική οικονοµία, διαψεύδοντας τους τότε γκουρού των αγορών, σηµείωσε πρωτοφανείς ρυθµούς ανόδου. Η πτώχευση ξαναζωντάνεψε την αγορά,µεταφέροντας πόρους από τα θησαυροφυλάκια των τραπεζών στην πραγµατική οικονοµία, από το εξωτερικό στο εσωτερικό. Τα καθέκαστα αφηγείται ωραία ο Μαρκ Μαζάουερ, σ’ ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσουν όσοι εκπλήσσονται µε τη σηµερινή κρίση. [5]
Είναι σήµερα εφικτό αυτό που έκανε τότε ο Βενιζέλος; Ναι, είναι, και πρέπει το ταχύτερο δυνατό να το κάνουµε. Παραπάνω από σαράντα «πτωχεύσεις» σηµειώθηκαν παγκόσµια µετά το 1970, και γενικά ωφέλησαν τις χειµαζόµενες οικονοµίες. Η Ρωσία και η Αργεντινή σε τέτοιες «χρεωκοπίες» στήριξαν την υγιή οικονοµική τους µεγέθυνση,µε εξαιρετικούς ρυθµούς, τα τελευταία χρόνια. Σύµφωνα µε τη σχετική βιβλιογραφία οι κίνδυνοι είναι, στη δική µας περίπτωση,µάλλον θεωρητικοί. [6] Κυρίως ο πρόσκαιρος αποκλεισµός από τις διεθνείς χρηµαταγορές, οι οποίες ωστόσο έτσι κι αλλιώς δεν µάς δανείζουν πλέον µε λογικούς όρους. Επίσης η διαταραχή στις συναλλαγές που φέρνει στις χώρες µε αδύνατο νόµισµα η αναστολή πληρωµών, αλλά από αυτήν το ευρώ σήµερα µάς προστατεύει. Άλλα σηµαντικά ρίσκα δεν αναφέρονται. Στην πραγµατικότητα, οι τραπεζίτες που απειλούσαν θεούς και δαίµονες πριν από τη χρεωκοπία δεν άργησαν να επιστρέψουν στηΜόσχα και στο Μπουένος Άιρες µε το καπέλο στο χέρι, προτείνοντας δελεαστικά νέα δάνεια.
Είναι συµβατή η αναστολή πληρωµών του δηµόσιου χρέους µε την παραµονή στο ευρώ; Ναι, είναι. Το Σύµφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης περιορίζει τα επιτρεπόµενα ελλείµµατα κάθε χώρας, αλλά αφήνει τις εθνικές κυβερνήσεις να βρούν µόνες τους το πώς θα ισοσκελίσουν τον προϋπολογισµό. Η Αθήνα αποφασίζει αν θα ρίξει το έλλειµµα κλείνοντας νοσοκοµεία και σχολεία (προϋπολογισµός 2010 για την παιδεία: 7,6 δις• υγεία και πρόνοια, 6 δις) ή αναστέλλοντας τις πληρωµές στους τραπεζίτες (προϋπολογισµός 2010 για τοκοχρεωλύσια: 45 δις). Δεν γράφει πουθενά το σύνταγµα ότι οι υποχρεώσεις του κράτους προς τους πιστωτές υπερτερούν έναντι των ευθυνών του προς τους πολίτες. Το ποιός παίρνει τι ψηφίζεται κάθε χρόνο από την εθνική αντιπροσωπεία, λέγεται προϋπολογισµός. Είναι θέµα πολιτικής απόφασης, της Αθήνας και όχι της Φραγκφούρτης ή των Βρυξελλών, το αν ο προϋπολογισµός θα σώσει το κοινωνικό κράτος ή τις τράπεζες που έχουν ξεχάσει τον αναπτυξιακό τους ρόλο. Όπως και το αν θα φορολογηθεί ο λαός ή οι λίγες µεγάλες επιχειρήσεις που άρµεξαν τις παχειές αγελάδες τα χρόνια της πλασµατικής ευµάρειας.
Συµφέρει άραγε τους ισχυρούς της ΕΕ να µας διώξουν από το ευρώ; Αφενός δεν µπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο αν ισοσκελίσουµε τον προϋπολογισµό, έστω και µην πληρώνοντας τους τραπεζίτες και φορολογώντας τους πλούσιους. Αφετέρου δεν τις συµφέρει. Θα υπονόµευαν έτσι ισχύ και βιωσιµότητα του ευρώ, χωρίς διόλου ν’ αντιµετωπίσουν τις κερδοσκοπικές επιθέσεις των τραπεζών, οι οποίες αµέσως µετά θα στόχευαν Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, το Βέλγιο και ακόµη και τη Γαλλία –χώρες όλες τους µε συνολικές δανειακές ανάγκες επαχθέστερες των δικών µας. Λύση στο πρόβληµα της υπερχρέωσης του ευρωπαϊκού νότου συµβατή µε τα συµφέροντα των τραπεζών δεν βλέπω, και µάλλον δεν βλέπουν ούτε και οι τράπεζες.
Ειδικά η Γερµανία θα έχει βαρύ γεωπολιτικό κόστος αν διαλυθεί το ευρώ, χάνοντας το όραµα της ισχυρής και γερµανοκεντρικής Ευρώπης. Μάλλον δέχεται να πληρώσει για να διατηρήσει την ηγεµονία της -να βάλει το χέρι στην τσέπη "βαθειά, συχνά, και πολύ πολύ σύντοµα", προτού χτυπηθούν οι χώρες που πραγµατικά µετράνε. [7] Ζητά όµως σ’ αντάλλαγµα τον άµεσο έλεγχο των οικονοµικών µας, και είναι αβέβαιο ως πότε θα µπορεί να δίνει• οι δανειακές ανάγκες της ευρωζώνης είναι 2.200 δις µόνο για το 2010. Κηρύσσοντας τώρα στάση πληρωµών διατηρούµε εµείς τον έλεγχο της οικονοµίας, προφυλάσσουµε το στοιχειώδες κοινωνικό κράτος και σώζουµε την, ατελή έστω, δηµοκρατία. Σκεφτείτε µόνο τις συνέπειες αν εκχωρήσουµε στη Φραγκφούρτη τα ηνία µιας βυθισµένης σε κρίση οικονοµίας, αποσταθεροποιώντας στο µεταξύ και το πολιτικό µας σύστηµα,µόνο και µόνο για ν’ ακούσουµεσ’ ένα ή δυο χρόνια ότι η ΕΕ δεν έχει άλλα περιθώρια στήριξής µας.
Έχει προοπτικές επιτυχίας η νεοφιλελεύθερη λύση, την οποία προαναγγέλλουν τα κυβερνητικά µέτρα; Όχι, σε καµιά περίπτωση. Πρώτα πρώτα, από αυστηρά οικονοµική σκοπιά, όπως και οι κεϋνσιανοί µεταρρυθµιστές τονίζουν, τα µέτρα καταφέρουν βαρύ πλήγµα στην εσωτερική ζήτηση, η οποία δεν εξηγείται µε ποιόν τρόπο θ’ ανακάµψει έπειτα, ιδίως όσο καιρό το ευρώ κρατά την τωρινή υπερτίµησή του. Το αποτέλεσµα θα είναι να συρρικνωθεί ακόµη περισσότερο η αγορά, κι ελλείµµατα και χρέη να γίνουν ακόµη πιο δυσβάσταχτα. Το κόστος στην πραγµατική οικονοµία, για να µη µιλήσουµε για την καθηµερινότητα των απλών ανθρώπων, θα είναι ασύγκριτα µεγαλύτερο από την εξοικονόµηση µερικών δις, τα οποία άλλωστε δεν πρόκειται ν α διατεθούν για ανάπτυξη, αλλά αµέσως θα ριχτούν στις µαύρες τρύπες των τραπεζών.
Όπως η παγκόσµια οικονοµική κρίση, που ξέσπασε τον Ιούλη του 2007, βρήκε εντελώς απροετοίµαστους τους Δυτικούς ιθύνοντες, έτσι και η έλευσή της στη χώρα µας βρίσκει χωρίς σχέδιο και ιδέες το δικό µας οικονοµικό και πολιτικό επιτελείο. Ενδεικτικό της αφωνίας, της σύγχυσης και της αναισθησίας που επικρατεί στους τραπεζίτες είναι το πρόσφατο άρθρο ενός συµβούλου της Γιούροµπανκ, από τοοποίο απουσιάζει κάθε αναφορά στην κοινωνική κατάσταση και ακόµη και στην πολιτική λυσιτέλεια. [8]
Αρχικά, κατά το άρθρο, το πρόβληµα ήταν οικονοµικό:µεγάλα ελλείµµατα, υψηλό ποσοστό χρέους, χαµηλή ανταγωνιστικότητα. Σε συνδυασµό µε απειλητικές κινήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, έβαλε τη χώρα στα «ραντάρ των αγορών»(ενδιαφέρουσα τούτη η παροµοίωση των «αγορών»µε βοµβαρδιστικά). Οι «αγορές», απόλυτοι κριτές του σωστού και του καλού στις κατά τα άλλα δηµοκρατικές κοινωνίες µας (και ας µας οδήγησαν στην παγκόσµια κρίση), απαίτησαν περικοπές δαπανών µεγαλύτερες από αυτές που υπόσχεται ο πρωθυπουργός. Τη σκυτάλη πήραν έπειτα πολιτικοί παράγοντες, και στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ επικράτησαν σκληροπυρηνικές απόψεις,«ότι η Ελλάδα πρέπει να πληρώσει για τα λάθη του παρελθόντος και να πονέσει ώστε να παραδειγµατιστούν και άλλες µεγαλύτερες χώρες». Τον βοµβαρδισµό ακολούθησε παραδειγµατική µαστίγωση.
Τώρα πια µοιάζουµε µε κείνους τους βασανισµένους του Αµπού Γκραϊµπ, που µόλις κάνουν να κινήσουν χέρια ή πόδια παθαίνουν ηλεκτροσόκ. Αν πάµε να κηρύξουµε στάση πληρωµών, αναγκαστικά θα βγούµε από το ευρώ (χωρίς να εξηγείται το γιατί) και «θα αποκλειστεί η Ελλάδα από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές, θα περιοριστούν και οι εµπορικές µας σχέσεις µε τον υπόλοιπο κόσµο, θα µαραζώσει η οικονοµία». Εποµένως για να τ’ αποφύγουµε όλα αυτά, και προς τέρψη και ξεκούραση των βασανιστών µας, πρέπει ν’ αρχίσουµε ευσυνείδητα να αυτοµαστιγωνόµαστε ώστε το µαρτύριο να τελειώσει πιο γρήγορα:«Η µόνη λύση είναι η Ελλάδα να επισπεύσει και πιθανόν να πολλαπλασιάσει τα περιοριστικά µέτρα [...] Δεν χάνει κάτι µε την πιο αυστηρή επιλογή, διότι περισσότερα µέτρα σήµερα συνεπάγονται λιγότερα µέτρα αύριο για το ίδιο αποτέλεσµα». Αλλά γιατί πρέπει να υποστούµε επιτέλους αυτό τον σαδοµονεταρισµό; για λόγους που έχουν να κάνουν µε την ψυχολογία των εκβιαστών µας, ώστε δηλαδή να τους «πείσουµε» ότι «τα µέτρα υπερεπαρκούν για να φέρουν τη µείωση των ελλειµµάτων και τη µελλοντική ανάπτυξη». Και αν δεν πειστούν;
Αυτές οι απόψεις κινδυνεύουµε να γίνουν επίσηµη πολιτική. Δυστυχώς και η αριστερά δεν είναι περισσότερο προετοιµασµένη ν’ αντιµετωπίσει την κατάσταση. Τις τελευταίες δεκαετίες ο καπιταλισµός, ενώ στην πραγµατικότητα ζούσε µε δανεικά, στο νου των αριστερών ηγεσιών ιδίως έγινε αιώνιος και ακατανίκητος, και η πολιτική τους στρατηγική προσαρµόστηκε ανάλογα. Χωρίς να βλέπουν πως το σύστηµα ολόκληρο κατέρρεε, εστίασαν την προσοχή τους σε µικροµεταρρυθµίσεις κι έχασαν τους βασικούς µηχανισµούς της εκµετάλλευσης από τα µάτια τους. Έχοντας µείνει χωρίς οργανικούς διανοούµενους, ο λαός νόµιζε ότι υπερασπιζόταν τα δικαιώµατά του διεκδικώντας αυξήσεις µερικών ευρώ, την ώρα που η δηµόσια περιουσία του εκποιούνταν ή υποθηκευόταν και,µέσα από κρατικό και ιδιωτικό δανεισµό, οι τράπεζες αποµυζούσαν τους καρπούς της εργασίας του.
Σήµερα η βάση της αριστεράς,µε τις µαχητικές κινητοποιήσεις της, αντιµάχεται στο µέτρο που της αναλογεί την πορεία που χαράζουν οι «αγορές», αλλά πολλοί διανοούµενοίτης κοιµούνται αµέριµνοι και οι ηγεσίες της αποδεικνύονται κατώτερες των περιστάσεων. Ο Σύριζα και ο Συν αρνούνται να τοποθετηθούν στο ζήτηµα, σχεδόν δεν αναγνωρίζουν καν την ύπαρξή του, ενώ το ίδιο κάνει και το ΚΚΕ. Για να σταθούµε σ’ ένα µόνο παράδειγµα, που διερµηνεύει τις θέσεις του τελευταίου. Σ’ ένα πρόσφατο άρθρο του Σταύρου Μαυρουδέα δεν υπάρχει «τίποτα ψευδέστερο» από το ενδεχόµενο (τον «κίνδυνο», όπως το ονοµάζει) της χρεωκοπίας. Οι σχετικές συζητήσεις είναι «άθλιο θέατρο» σκηνοθετηµένο από τους πολυεθνικούς χρηµατοπιστωτικούς οργανισµούς, τους «ηγεµονικούς ευρωπαϊκούς ιµπεριαλισµούς» και την ελληνική αστική τάξη. [9] Με τέτοια οξυδερκή στρατηγική το ΚΚΕ τροµάζει τους τραπεζίτες όσο τρόµαξε και τον Καραµανλή τον Δεκέµβρη. Το Πασόκ, τέλος, παρακαλά τον θεό των αγορών ν’ αποδειχθούν οι οπαδοί του τόσο µαζοχιστές όσο τους θέλει το σαδιστικό του σενάριο, και τρέµει µην τυχόν ξυπνήσουν πρόωρα. Θα διαψευστεί, νοµίζω. Το ερώτηµα είναι αν η αριστερά θα έχει αποκτήσει στο µεταξύ επίγνωση της κατάστασης, ώστε να πάρει την πρωτοβουλία των κινήσεων η ίδια.
[1] Σπύρος Μαρκέτος,«Ευτυχώς... επτωχεύσαµεν;», Αυγή, 19 Απριλίου 2009 ( http://avgi.unweb.me/NavigateActiongo.action?articleID=450214 )
[2] Marshall Auerback, «Greece Signs Its National Suicide Pact», Counterpunch, 12 Φεβρουαρίου 2010 (http://www.counterpunch.org/auerback02122010.html ).
[3] Για το πώς δηµιουργείται αυτό το χρέος βλ. ένα εύληπτο και κατατοπιστικό βίντεο στο http://www.kepik.gr/?p=805 .
[4] Immanuel Wallerstein, Για να καταλάβουµε τον κόσµο µας. Εισαγωγή στην ανάλυση κοσµοσυστηµάτων, Θύραθεν 2009.
[5] Mark Mazower, Η Ελλάδα και η οικονοµική κρίση του Μεσοπολέµου, ΜΙΕΤ 2002. Στο Έβδοµο Κεφάλαιο περιγράφονται η στάση πληρωµών του 1932 και τα ευεργετικά για τη χώρα αποτελέσµατά της.
[6] Ενδεικτικά, Β. De Paoli, G. Hoggarth, V. Saporta, “Costs of sovereign default”, Βank of England Financial Stability Paper no.1, Λονδίνο 2006• C. Reinhart, K. Rogoff, This Time is Different: A Panoramic View of Eight Centuries of Financial Crises, University of Connecticut, Department of Economics, http://ideas.repec.org/
[7] Marko Papic, Peter Zeihan, “Germany's Choice”,http://www.stratfor.com/weekly/20100208_germanys_choice?utm_source=GWeek...mail&utm_campaign=100208&utm_content=readmore&elq=93649c27d72442f698015521d8e799c5 Παρεµπιπτόντως, οι ίδιοι συντηρητικοί αναλυτές εκτιµούν ότι οι απεργίες και οι άλλες µορφές ανυπακοής µπορούν πράγµατι να εµποδίσουν την εφαρµογή των σχεδίων λιτότητας.
[8] Γκίκας Α. Χαρδούβελης,« Η χειρότερη επιλογή», Το Βήµα, Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010, http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=114&artId=316472&dt=21/02/2010
[9] Σταύρος Δ. Μαυρουδέας,«Το εξωτερικό χρέος, οι ιµπεριαλιστικοί ανταγωνισµοί και ο ‘κλέψας του κλέψαντος’», άρθρο κοινοποιηµένο από τον συγγραφέα στο διαδίκτυο.

Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

Μεξικό: «Μάταιος» ο «πόλεμος» κατά των ναρκωτικών σύμφωνα με μεγαλοστέλεχος συμμορίας

Από την καθημερινή - http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathremote_1_05/04/2010_331536


Μεξικό: «Μάταιος» ο «πόλεμος» κατά των ναρκωτικών σύμφωνα με μεγαλοστέλεχος συμμορίας
 «Μάταιος» θα αποδειχθεί ο «πόλεμος» που διεξάγει η κυβέρνηση Καλδερόν κατά των καρτέλ των ναρκωτικών, δηλώνει στέλεχος μιας από τις ισχυρότερες συμμορίες.
Ο «πόλεμος» που διεξάγει η κυβέρνηση του συντηρητικού προέδρου Φελίπε Καλδερόν για να πατάξει το λαθρεμπόριο ναρκωτικών θ' αποδειχθεί μάταιος, ακόμα κι αν όλα τα αφεντικά των καρτέλ συλληφθούν ή σκοτωθούν, διότι στην παράνομη αυτή δραστηριότητα εμπλέκονται πλέον εκατομμύρια άνθρωποι, δήλωσε ο Ισμαέλ «ελ Μάγιο» Σαμπάδα, γνωστότερος ως το δεξί χέρι του πιο διαβόητου «νονού» του οργανωμένου εγκλήματος και πιο καταζητούμενου ανθρώπου στη χώρα, του Χοακίν «Ελ Τσάπο» ( «Κοντούλη» ) Γκουσμάν.
Σε συνέντευξή του στο εβδομαδιαίο περιοδικό Proceso, ο Σαμπάδα κατηγόρησε την κυβέρνηση Καλδερόν για την αύξηση της βίας που αποδίδεται στις συμμορίες που διακινούν ναρκωτικά, και υποστήριξε ότι ο συντηρητικός πρόεδρος παραπλανάται από συμβούλους του αν νομίζει ότι σημειώνεται «πρόοδος» .
«Μια μέρα θ' αποφασίσω να παραδοθώ στην κυβέρνηση για να μπορέσουν να με πυροβολήσουν. . . Θα με πυροβολήσουν και θα υπάρξει ένα κλίμα ευφορίας. Αλλά τελικά το ξέρουμε όλοι ότι δε θα αλλάξει τίποτα», είπε ο Σαμπάδα.
«Εκατομμύρια άνθρωποι είναι μπλεγμένοι στο πρόβλημα των ναρκωτικών. Πώς θα μπορούσαν να το υπερβούν; Για όλα τα αφεντικά που θα φυλακιστούν, θα σκοτωθούν ή θα εκδοθούν, υπάρχουν ήδη αντικαταστάτες» .
Τη συνέντευξη πήρε ο 84χρονος Χούλιο Σερέρ Γκαρσία, ιδρυτής και εκδότης του περιοδικού Προσέσο.
Η βία που επιρρίπτεται στην δράση των καρτέλ των ναρκωτικών έχει υπερδιογκωθεί τα τελευταία χρόνια, στοιχίζοντας τουλάχιστον 19.500 ζωές από το 2006, όταν ο πρόεδρος Καλδερόν ενέπλεξε το στρατό στις προσπάθειες πάταξης του οργανωμένου εγκλήματος.
Αναλυτές διατείνονταν, μετά το θάνατο του επικεφαλής ενός από τα ισχυρά καρτέλ, του Αρτούρο Μπελτράν Λέιβα, στα τέλη της περασμένης χρονιάς, ότι ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» βρισκόταν επιτέλους σε καλό δρόμο κι έφερνε αποτελέσματα--αλλά οι τελευταίοι τρεις μήνες υπήρξαν οι αιματηρότεροι της διακυβέρνησης Καλδερόν, με κάπου 2.800 φόνους, περιλαμβανομένων αυτών πολλών παιδιών κι εφήβων.
Ο Σαμπάδα, 62 ετών, είναι από τους πιο καταζητούμενους ανθρώπους στο Μεξικό, αλλά δεν έχει συλληφθεί ποτέ παρότι υπάρχει σε βάρος του επικήρυξη ύψους 5 εκατ. δολαρίων.
Ο Σαμπάδα είπε ότι οι ισχυρισμοί περί του ότι ο Γκουσμάν είναι δισεκατομμυριούχος είναι ανοησίες. Αρνήθηκε να μιλήσει για το παρελθόν του ως λαθρέμπορος ναρκωτικών, είπε ότι περνά τον καιρό του ως κτηματίας, αλλά ομολόγησε πως φοβάται το ενδεχόμενο να περικυκλωθεί. «Πανικοβάλλομαι στη σκέψη ότι θα με κλείσουν κάπου. . . Δεν ξέρω αν θα είχα το κουράγιο να αυτοκτονήσω. Μ' αρέσει να νομίζω ότι θα το είχα» .
www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

Καλή ανασταση




Ο Μεσσίας είναι η φιγούρα με την οποία οι μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες επιχείρησαν να επιλύσουν το πρόβλημα του νόμου και η έλευσή του σημαίνει, τόσο στον εβραϊσμό όσο και στον χριστιανισμό ή στον σιιτικό ισλαμισμό, την πλήρωση και την ολοκληρωτική εκπλήρωση του νόμου. Με άλλα λόγια, ο μεσσιανισμός, στον μονοθεϊσμό, δεν είναι απλώς μια κατηγορία μεταξύ των άλλων κατηγοριών της θρησκευτικής εμπειρίας, αλλά συνιστά την έννοια - όριό της, το σημείο στο οποίο υπερβαίνει τον εαυτό της και τον θέτει υπό αμφισβήτηση ως νόμο.

Giorgio Agamben, Homo Sacer


Με την ιστορική του παρουσία Ιησούς ο από Ναζαρέτ μαρτυρεί την ελευθερία του Θεού από τη θεότητά του, ελευθερία να υπάρχει ο Θεός και με τον τρόπο (τη φύση) του ανθρώπου: Είναι ο Υιός (Λόγος - φανέρωση του Πατρός) ελεύθερος από κάθε αναγκαιότητα και της ανθρώπινης φύσης: γι’ αυτό ανίσταται εκ νεκρών. Η ανάσταση τρόπος ύπαρξης και πάλι: μανικός έρως Νυμφίου για κάθε πρόσωπο ανθρώπου, έρως που μεταποιεί τον θάνατο σε συσχηματισμό με τη συστατική παντός υπαρκτού αγάπη του Πατρός, θρίαμβο ζωής.

Χρήστος Γιανναράς, Θαύμα άθλημα και παραμύθι, Καθημερινή 2007

Ένας χριστιανός υπήρξε, και αυτός πέθανε ταπεινωμένος πάνω στο σταυρό.  - Νίτσε

Η ανάσταση του Χριστού, αποτελεί συνεπώς την ικανοποίηση της ανθρώπινης επιθυμίας, μια άμεση βεβαιότητα πού άφορα την προσωπική διάρκεια ύστερ’ απ’ το θάνατο — την προσωπική αθανασία, σαν ένα αναμφισβήτητο, αισθητό γεγονός.
Στους ειδωλολάτρες φιλοσόφους το ζήτημα της αθανασίας ήταν ζήτημα πού σ’ αυτό το ενδιαφέρον τής προσωπικότητας ήταν επουσιώδες. Στην περίπτωση αυτή επρόκειτο βασικά, για τη φύση της ψυχής, του πνεύματος, για το θεμέλιο της ζωής. Στη σκέψη για την αθανασία του θεμέλιου της ζωής, δεν υπάρχει καθόλου άμεσα η σκέψη, ακόμα λιγότερο η βεβαιότητα της προσωπικής αθανασίας. Γι’ αυτό η έκφραση των Αρχαίων σχετικά με το αντικείμενο αυτό, είναι τόσο απροσδιόριστη, τόσο αντιφατική, τόσο αβέβαιη. Οι χριστιανοί αντίθετα, αναμφισβήτητα βέβαιοι ότι οι προσωπικές επιθυμίες τους, ευχάριστες στο συναίσθημα, θα εκπληρωθούν, δηλαδή, βέβαιοι για τη θεϊκή ουσία του συναισθήματος τους, και για την αλήθεια και την αγιότητα των συναισθημάτων τους ύψωσαν αυτό πού, για τούς Αρχαίους, είχε σημασία θεωρητικού προβλήματος, σε άμεσο γεγονός έκαναν ένα πρόβλημα θεωρητικό, ανοικτό καθ’ εαυτό, μια αναγκαστική βεβαιότητα που η άρνηση της ισοδυναμούσε με κείνο το έγκλημα καθοσίωσης, πού είναι το έγκλημα του αθεϊσμού

Λ.Φώυερμπαχ - Το μυστήριο της ανάστασης και της υπερφυσικής γέννησης



Not only is there no god, but try getting a plumber on weekends. — Woody Allen