Μεγάλο κομμάτι ομάδων και ατόμων του αντιεξουσιαστικού και αριστερού χώρου αυτοπροσδιορίζεται συχνά χρησιμοποιώντας τον όρο αυτονομία. Τις περισσότερες φορές όμως δεν διευκρινίζεται ακριβώς ποιο είναι το νόημα της αυτονομίας και πώς την αντιλαμβάνονται αυτοί που νιώθουν άνετα υπό τη σκέπη της.
Αν παρ' όλα αυτά προσπαθήσει κανείς να εξάγει συμπεράσματα από το λόγο και τη δράση αυτών, θα διαπιστώσει ότι συχνά η έννοια ταυτίζεται καταρχήν με την έννοια του αυτοπροσδιορισμού, ατομικού ή συλλογικού, ενώ στην πορεία λαμβάνει κυρίως μία αρνητική έννοια, ως «αυτονομία από» κάτι. Έτσι οι «αυτόνομοι» εκφράζουν τον πόθο τους για ανεξαρτητοποίηση από τις νόρμες του κυρίαρχου, από εθνικούς ή φυλετικούς προσδιορισμούς αλλά κυρίως από πολιτικές γραμμές και πειθαρχίες. Αν πάλι αποτολμήσουν να περάσουν από την «αυτονομία από» σε κάποια στοιχειώδη απόπειρα αυτοπροσδιορισμού, συνήθως καταφεύγουν σε ατομικά χαρακτηριστικά και ιδέες - στυλ , ή στην καλύτερη περίπτωση σε πολιτικές ταυτότητες οι οποίες ελλείψει συγκεκριμένου περιεχομένου μάλλον και αυτές ως στυλ θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν. Τί νόημα προσδίδουν π.χ. οι πλείστοι φερόμενοι ως αναρχικοί στη πολιτική τους ταυτότητα πέραν από αοριστίες του τύπου «κατάργηση κάθε εξουσίας και ιδιοκτησίας»; Είναι η έννοια του αναρχικού στυλ συλλογικός προσδιορισμός μίας κοινότητας που ζητά την αυτονομία της από εξωτερικούς καταναγκασμούς; Είναι η κοινότητα πράγματι ένα σύνολο ομοϊδεατών που επέλεξαν να ζουν μαζί, και μάλιστα εντός μίας ήδη υπάρχουσας κοινωνίας; Ή αφορά τελικά η αυτονομία κάθε είδους μειονοτικές ομάδες εντός μίας κοινωνίας; Όταν από την άλλη οι ιδέες αυτές αποσαφηνίζονται μέσω πιο συγκροτημένων αναλύσεων, στην περίπτωση αυτή συνιστούν μία πολιτική ανάλυση ή ιδεολογία που δεν θα μπορούσε όμως καθ' αυτή σε τίποτα να ομοιάζει με συλλογικό προσδιορισμό.
Τί είναι όμως τελικά η αυτονομία; Ακόμη περισσότερο, δικαιούται κάποιος να αποφανθεί ως προς το γνήσιο νόημα της; Σε κάθε περίπτωση οφείλει ο εκάστοτε χρήστης της έννοιας, και δη αυτός που θεωρεί ότι προσδιορίζεται από αυτήν, να καθιστά σαφή τον τρόπο με τον οποίο την νοεί.
Η αυτονομία λοιπόν φαίνεται να παρουσιάζει ελαφρώς διαφορετικό περιεχόμενο ανάλογα με το επίθετο που την προσδιορίζει. Έτσι υπάρχει η εθνική αυτονομία, η οποία έχει να κάνει συνήθως με την ανεξαρτητοποίηση ενός έθνους από έναν ξένο παράγοντα, π.χ. Ιμπεριαλιστικό, ή και με την σχετική ή απόλυτη ανεξαρτησία μίας εθνότητας – κοινότητας σε σχέση με μία κρατική οντότητα, τη δυνατότητα δηλαδή ενός λαού ή μίας κοινότητας να ορίζει η ίδια τη μοίρα της, να ασκεί η ίδια την πολιτική της1, ακόμη και εάν σε δεύτερο βαθμό εντάσσεται και ενός ευρύτερου πολιτικού μορφώματος, π.χ. ενός κράτους.
Πλησιέστερη στην αρχικά αναφερθείσα έννοια είναι η εργατική αυτονομία, όπως αναπτύχθηκε από τα κινήματα της Νέας Αριστεράς στην Ευρώπη της δεκαετίες '70-'80, και κυρίως στην Ιταλία. Η εργατική αυτονομία εμφανίστηκε ως κριτική στη λενινιστική αριστερά και στην ιδέα της εργατικής πρωτοπορίας. Για την εργατική αυτονομία, το εργατικό επαναστατικό κόμμα, αποτελούμενο από διανοούμενους επαγγελματίες επαναστάτες, που θα είχε το ρόλο της πρωτοπορίας των εργατών και θα οδηγούσε τους τελευταίους στον κομμουνισμό, δεν αποτελεί πραγματικό εργαλείο χειραφέτησης. Οι εργατικές πρωτοπορίες, όπου κατέλαβαν την εξουσία στο όνομα των εργατών, κατέληξαν να την ασκούν προς όφελος των ίδιων, μετατρεπόμενες έτσι σε γραφειοκρατίες και σε μία νέα κυρίαρχη ελίτ που καταπίεζε και εκμεταλλευόταν την εργατική τάξη στη θέση των καπιταλιστών. Αντ' αυτού η εργατική αυτονομία θεωρούσε πως η χειραφέτηση της εργατικής τάξης αποτελεί έργο της ίδιας, ότι οι ίδιοι οι εργάτες έχουν τη δύναμη να οργανωθούν, να ανατρέψουν τον καπιταλισμό και να διοικήσουν τον κόσμο μέσα από τις δικές τους δομές.
Περνώντας τώρα μετά τα παραπάνω στην έννοια της φοιτητικής αυτονομίας θα μπορούσαμε να πούμε ότι, πολύ περισσότερο από την «αυτονομία από» κόμματα και έξωθεν πολιτικές γραμμές, η έννοια της αυτονομίας έχει να κάνει με την «αυτονομία για», τη δυνατότητα του ίδιου του φοιτητικού κινήματος, ή καλύτερα, των ίδιων των φοιτητών ως κοινότητα να αυτοδιοικηθούν και να συμβάλουν στη συνέχεια και στην διοίκηση της κοινότητας στην οποία εντάσσονται, της ακαδημαϊκής. Η άσκηση λοιπόν πολιτικής (όπως νοείται παραπάνω) εκ μέρους των φοιτητών, δεν μπορεί να υποτάσσεται ούτε στις επιταγές του εργατικού ή άλλου κινήματος, αλλά ούτε και σε πολιτικές καθοδηγήσεις κομμάτων και πολιτικών ομάδων. Οι ίδιοι οι φοιτητές, το σώμα αυτών, ως συλλογικό υποκείμενο, οφείλει (ο ενικός για να γίνει σαφές το ενιαίο του συλλογικού προσώπου) να παράξει την δική του πολιτική, να διαμορφώσει τις δικές του θέσεις και απόψεις, και με βάση αυτές να πράξει, ως ανεξάρτητη ύπαρξη, λαμβάνοντας το μερίδιο άσκησης πολιτικής που του αντιστοιχεί εντός ενός θεσμού που, βέβαια, δεν αποτελείται μόνο από φοιτητές, και που επίσης δεν δημιουργήθηκε μόνο για ίδιον όφελος, αλλά για την εξυπηρέτηση κοινωνικών αναγκών. Τα παραπάνω σημαίνουν αναγκαστικά, άσχετα αν γίνεται παραδεκτό, ότι ο συμφοιτητής, ασχέτως των πολιτικών απόψεων που πρεσβεύει, δεν αποτελεί κάποιου είδους ανταγωνιστή ή ταξικό εχθρό, αλλά έναν φύσει συνάδελφο, εξίσου με τους ημετέρους μέλος της ίδιας κοινότητας, και συμπερασματικά ισότιμος με οιονδήποτε άλλον φοιτητή συμμετέχοντα στις διαδικασίες απόφασης, με την ισχύ αλλά και την υποχρέωση υπακοής στην κοινότητα που αυτό συνεπάγεται. Μπορεί βέβαια η ταξική προέλευση δύο φοιτητών να είναι πολύ διαφορετική, και αυτό έχει σημαντικές συνέπειες στον τρόπο που αντιλαμβάνονται το ρόλο και τον τρόπο λειτουργίας του πανεπιστημίου, αλλά κάτι τέτοιο δεν αλλάζει το γεγονός ότι και οι δύο βρίσκονται υπό την ίδια κοινότητα και οφείλουν να συναποφασίσουν για τη μοίρα της, γιατί αυτοί αποτελούν τους κατεξοχήν αρμόδιους για να κρίνουν μία σειρά ζητημάτων περί της λειτουργίας και του ρόλου του πανεπιστημίου. Η αντίθετη άποψη αντιλαμβάνεται το φοιτητικό χώρο κυρίως ως σπαρασσόμενο από ταξικούς ανταγωνισμούς και επομένως καθόλου αυτόνομο να αποφασίζει ως σώμα για τα ζητήματα που τον αφορούν. Επομένως και το σώμα των φοιτητών που αποφασίζει, η γενική συνέλευση, δεν αποτελεί παρά πεδίο μάχης αντικρουόμενων ταξικών συμφερόντων, όπου η επικράτηση των «προλετάριων – επαναστατών» επί των «αστών» και ο έλεγχος του σώματος από τους πρώτους για εξυπηρέτηση του ταξικού ανταγωνισμού αποτελεί τον αποκλειστικό στόχο. Προφανώς το φοιτητικό σώμα δεν είναι καθ' αυτό το κατεξοχήν αρμόδιο, καθώς δεν έχει την απαιτούμενη σύνθεση, για να αποτελέσει εργαλείο ταξικής πάλης. Από την άλλη όμως υπάρχουν ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη λειτουργία και το ρόλο του πανεπιστημίου, ζητήματα πολύ σημαντικά που οφείλουν να αποφασιστούν από το σύνολο της αφορώσας κοινότητας, και που εξ' αντανακλάσεως (βλ. ρόλο της εκπαίδευσης και του επιστήμονα, ρόλο του πανεπιστημίου ως ειδήμονα στην κοινωνία, δωρεάν και δημόσιος ή αγοραίος χαρακτήρας της εκπαίδευσης) επηρεάζουν βαθειά την ίδια τη μορφή και τη λειτουργία της κοινωνίας. Η αριστερά στα πανεπιστήμια έχει πληρώσει πολύ ακριβά την σύγχυση ή την υποβάθμιση του ρόλου του πανεπιστημίου και την συνεπαγόμενη απαξίωση εκ μέρους της των συλλογικών διαδικασιών των φοιτητών και την χρησιμοποίηση του πανεπιστημίου αποκλειστικά ως φυτώριο «επαγγελματιών επαναστατών».
Κάτι θεμελιώδες που επίσης αναγκαία προκύπτει από τα παραπάνω, είναι ότι το συλλογικό πρόσωπο των φοιτητών, για να θεμελιωθεί και να λειτουργήσει, για να μπορέσουν δηλαδή οι φοιτητές να συγκροτηθούν πραγματικά ως σώμα, να εκφράσουν θέσεις και να πράξουν ανάλογα, απαιτούνται διαδικασίες, μέσα από τις οποίες το συλλογικό αυτό πρόσωπο θα μιλά και θα πράττει. Το σώμα λοιπόν χρειάζεται στόμα και χέρια, ειδάλλως δεν είναι σώμα, αλλά ένα συνονθύλευμα μελών, χειρότερο και από τον Φρανκενστάιν, γιατί τα μέλη αυτά δεν ελέγχονται από έναν εγκέφαλο, δεν πράττουν κάτι συγκεκριμένο, αλλά δρουν αλλοπρόσαλλα, χωρίς συντονισμό, χωρίς ειρμό, χωρίς νόημα. Η συμφωνία επάνω σε συγκεκριμένες διαδικασίες, μέσα από τις οποίες το συλλογικό πρόσωπο θα εκφράζεται και θα δρα, δεν είναι άλλη από τη θέσμιση, τη δημιουργία δηλαδή θεσμών, σταθερών διαδικασιών από τις οποίες έχει συμφωνηθεί να συνάγεται με συγκεκριμένο τρόπο η βούληση του σώματος. Οι διαδικασίες αυτές μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο δημοκρατικές, να δύνανται υπό κάθε συνθήκη ή κατά περίπτωση να εκφράζουν με τον καλύτερο τρόπο αυτό που ονομάζουμε συλλογική βούληση, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχουν. Αν δεν υπάρχουν θεσμοί, δεν υπάρχει συλλογικό πρόσωπο. Υπάρχουν μόνο ευκαιριακές συσσωματώσεις θελήσεων, άλλοτε περισσοτέρων και άλλοτε λιγότερων που το αν δρουν για λογαριασμό των ίδιων ή de facto εκφράζοντας τη βούληση των πολλών, μπορεί να το κρίνει, ελλείψει σαφών διαδικασιών, μόνο η ιστορία, ίσως ούτε και αυτή. Ελλείψει λοιπόν θεσμών, δεν υφίσταται αυτονομία, γιατί το υποκείμενο αυτής δεν υπάρχει.
Σημαίνει κάτι τέτοιο, ότι σε οιαδήποτε περίπτωση η βούληση ενός σώματος που προκύπτει από μία θεσμισμένη διαδικασία αντικατοπτρίζει καλύτερα την πραγματικότητα από, για παράδειγμα, μία μαζική και αυθόρμητη κίνηση μεγάλου μέρους του σώματος; Από που και ως που είναι 10 γραφειοκράτες συνδικαλιστές πιο αντιπροσωπευτικοί από μία μάζα χιλίων φοιτητών που διαμαρτύρεται; Είναι το καταστατικό – οι κανόνες με βάσει τους οποίους λειτουργούν οι θεσπισμένες διαδικασίες - ο μόνος γνήσιος ερμηνευτής της βούλησης τους σώματος; Οποιαδήποτε νηφάλια σκέψη δεν θα μπορούσε να απαντήσει θετικά χωρίς τουλάχιστον να προβληματιστεί. Οδηγούμαστε έτσι να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη μίας εν δυνάμει ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ των θεσμισμένων διαδικασιών και αυτού που συμφωνήθηκε ότι εκφράζουν – της βούλησης του συλλογικού προσώπου. Είναι αυτή η αντίφαση πάντα συμφιλιώσιμη; Και αν δεν είναι πάντα συμφιλιώσιμη, εις βάρος τίνος πρέπει να γείρει η πλάστιγγα;
Για να αποφανθούμε σε σχέση με το τελευταίο ερώτημα δεν πρέπει ξαφνικά να πετάξουμε στα σκουπίδια όλες τις παραπάνω παραδοχές. Συλλογικό πρόσωπο χωρίς σταθερές διαδικασίες δεν υφίσταται. Η βούλησή του δεν δύναται να παραμένει ένα μεταφυσικό ζήτημα που θα κρίνεται κάθε φορά κατά το δοκούν. Οι θεσμοί είναι λοιπόν συστατικό στοιχείο αυτού. Από την άλλη, και ιδίως στις εξαιρετικές περιπτώσεις όπου το σώμα βρίσκεται σε αναταραχή εν όψει κάποιου πολύ σοβαρού ζητήματος, οπότε και το ενδιαφέρον του συνόλου των μελών αυξάνεται και τότε αυτά μπαίνουν ορμητικά στην πολιτική, είναι δυνατόν οι διαδικασίες αυτές να καταστούν αρτηριοσκληρωτικές και να λειτουργήσουν παρακωλυτικά στην ουσιαστική πολιτική συμμετοχή των μελών του σώματος, να διαστρεβλώσουν ή να αδυνατούν να εκφράσουν την πραγματική βούληση του σώματος. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί ακόμη να προκύψει και η ανάγκη για νέες διαδικασίες διάγνωσης και έκφρασης της συλλογικής βούλησης. Συνήθως βέβαια τέτοιες εκρήξεις είναι αφενός πολυφωνικές και αφετέρου παροδικές. Αφενός δηλαδή δεν δύνανται από μόνες τους και χωρίς συγκεκριμένες πάλι διαδικασίες να εκφράσουν μία μόνη βούληση, και αφετέρου δεν διαρκούν, ώστε να μιλήσουμε για μία παγίωση της αμεσοδημοκρατικής διαδικασίας ικανή να διοικήσει σε βάθος χρόνου το συλλογικό πρόσωπο. Προκύπτει έτσι πάλι επιτακτική η ανάγκη «εκπροσώπησης» του σώματος από τους θεσμούς του.
Τί μπορεί λοιπόν να γίνει για να συμφιλιώσει όσο δυνατόν περισσότερο την αγεφύρωτη αυτή σύγκρουση; Και ποια λύση θα ήταν συνεπής με την αρχή της αυτονομίας του συλλογικού υποκειμένου, που τυπικά (μόνο;) απαιτεί διαδικασίες συγκεκριμένες για τη συγκρότηση και την έκφρασή του, αλλά την ανάγκη αυτή τη θεμελιώνει στη βαθύτερη ανάγκη για μία ουσιαστικά άμεση και καθαρή έκφραση της βούλησης του ίδιου του σώματος, και επομένως οφείλει να παραμένει πάντα ευαίσθητη στη vox populi;
Οφείλουμε λοιπόν να αντιληφθούμε και να δομήσουμε μία διαλεκτική σχέση μεταξύ των θεσμών που εκφράζουν μέσω θεσπισμένων διαδικασιών τη βούληση του σώματος, και την ίδια τη βούληση όπως αυτή πολλές φορές προκύπτει σαφώς και εξωδιαδικαστικά. Πρέπει να κρατήσουμε και να βελτιώσουμε τις διαδικασίες, αναγνωρίζοντας την ανάγκη για σωστή αλλά και σταθερή (και όχι κυμαινόμενη ανάλογα με το ενδιαφέρον για συμμετοχή) εκπροσώπηση του συλλογικού προσώπου, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να έχουμε το ένα αυτί και το ένα μάτι στραμμένο προς αυτό που αποτελεί το πρόσωπο, δηλαδή τα ίδια τα μέλη του και τις επιθυμίες τους, ανεξαρτήτως με ποια διαδικασία αυτές προκύπτουν. Πρέπει, αντί να εγκαταλείπουμε, να κρατήσουμε τους θεσμούς, γιατί είναι απαραίτητο εργαλείο λειτουργίας του συλλογικού προσώπου ακόμη και όταν αυτό βρίσκεται «εν υπνώσει», και βέβαια να τους αναμορφώσουμε προς τη κατεύθυνση που να συμβάλλουν στην όσο μεγαλύτερη ταύτιση της βούλησης του σώματος με τη βούληση των μελών του, στην μεγαλύτερη δυνατή ταύτιση σώματος και εκπροσώπων, και στην όσο γίνεται ισότιμη συνάσκηση εξουσίας από όλα τα μέλη του, κάτι που αποτελεί την ορθότερη οδό για τη διακρίβωση της βούλησης αυτών και επομένως για μία δημοκρατική πολιτική. Την ίδια στιγμή όμως πρέπει να κοιτάμε συνεχώς λοξά και προς τις δυνάμεις αυτές που δεν εκφράζονται απαραίτητα με τις συντεταγμένες διαδικασίες, παρόλα αυτά εκφράζονται σαφώς και με ένταση. Οι δυνάμεις αυτές, ακόμη και σε αντίθεση με το θεσπισμένο, αποτελούν τη καρδιά του σώματος, που στέλνει ίσως αίμα σε μουδιασμένα σε βαθμό σαπίλας ενίοτε μέλη, και δεν πρέπει να τις αγνοούμε, αλλά αντίθετα να τις χρησιμοποιούμε για την αναζωογόνηση του σώματος, για την διάγνωση της θέλησής του και την βελτίωση των διαδικασιών διακρίβωσης της θέλησης αυτής. Αυτή ακριβώς η διαλεκτική σύνθεση αποτελεί την οδό που κατευθύνεται προς τα ποτέ πλήρως υλοποιήσιμα, αλλά πάντοτε άξια διεκδίκησης αγαθά της αυτονομίας και της δημοκρατίας.
1ως πολιτική εδώ νοείται η οργάνωση και διοίκηση της ζωής