Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Περί της έννοιας της αυτονομίας



Μεγάλο κομμάτι ομάδων και ατόμων του αντιεξουσιαστικού και αριστερού χώρου αυτοπροσδιορίζεται συχνά χρησιμοποιώντας τον όρο αυτονομία. Τις περισσότερες φορές όμως δεν διευκρινίζεται ακριβώς ποιο είναι το νόημα της αυτονομίας και πώς την αντιλαμβάνονται αυτοί που νιώθουν άνετα υπό τη σκέπη της.
Αν παρ' όλα αυτά προσπαθήσει κανείς να εξάγει συμπεράσματα από το λόγο και τη δράση αυτών, θα διαπιστώσει ότι συχνά η έννοια ταυτίζεται καταρχήν με την έννοια του αυτοπροσδιορισμού, ατομικού ή συλλογικού, ενώ στην πορεία λαμβάνει κυρίως μία αρνητική έννοια, ως «αυτονομία από» κάτι. Έτσι οι «αυτόνομοι» εκφράζουν τον πόθο τους για ανεξαρτητοποίηση από τις νόρμες του κυρίαρχου, από εθνικούς ή φυλετικούς προσδιορισμούς αλλά κυρίως από πολιτικές γραμμές και πειθαρχίες. Αν πάλι αποτολμήσουν να περάσουν από την «αυτονομία από» σε κάποια στοιχειώδη απόπειρα αυτοπροσδιορισμού, συνήθως καταφεύγουν σε ατομικά χαρακτηριστικά και ιδέες - στυλ , ή στην καλύτερη περίπτωση σε πολιτικές ταυτότητες οι οποίες ελλείψει συγκεκριμένου περιεχομένου μάλλον και αυτές ως στυλ θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν. Τί νόημα προσδίδουν π.χ. οι πλείστοι φερόμενοι ως αναρχικοί στη πολιτική τους ταυτότητα πέραν από αοριστίες του τύπου «κατάργηση κάθε εξουσίας και ιδιοκτησίας»; Είναι η έννοια του αναρχικού στυλ συλλογικός προσδιορισμός μίας κοινότητας που ζητά την αυτονομία της από εξωτερικούς καταναγκασμούς; Είναι η κοινότητα πράγματι ένα σύνολο ομοϊδεατών που επέλεξαν να ζουν μαζί, και μάλιστα εντός μίας ήδη υπάρχουσας κοινωνίας; Ή αφορά τελικά η αυτονομία κάθε είδους μειονοτικές ομάδες εντός μίας κοινωνίας; Όταν από την άλλη οι ιδέες αυτές αποσαφηνίζονται μέσω πιο συγκροτημένων αναλύσεων, στην περίπτωση αυτή συνιστούν μία πολιτική ανάλυση ή ιδεολογία που δεν θα μπορούσε όμως καθ' αυτή σε τίποτα να ομοιάζει με συλλογικό προσδιορισμό.
Τί είναι όμως τελικά η αυτονομία; Ακόμη περισσότερο, δικαιούται κάποιος να αποφανθεί ως προς το γνήσιο νόημα της; Σε κάθε περίπτωση οφείλει ο εκάστοτε χρήστης της έννοιας, και δη αυτός που θεωρεί ότι προσδιορίζεται από αυτήν, να καθιστά σαφή τον τρόπο με τον οποίο την νοεί.
Η αυτονομία λοιπόν φαίνεται να παρουσιάζει ελαφρώς διαφορετικό περιεχόμενο ανάλογα με το επίθετο που την προσδιορίζει. Έτσι υπάρχει η εθνική αυτονομία, η οποία έχει να κάνει συνήθως με την ανεξαρτητοποίηση ενός έθνους από έναν ξένο παράγοντα, π.χ. Ιμπεριαλιστικό, ή και με την σχετική ή απόλυτη ανεξαρτησία μίας εθνότητας – κοινότητας σε σχέση με μία κρατική οντότητα, τη δυνατότητα δηλαδή ενός λαού ή μίας κοινότητας να ορίζει η ίδια τη μοίρα της, να ασκεί η ίδια την πολιτική της1, ακόμη και εάν σε δεύτερο βαθμό εντάσσεται και ενός ευρύτερου πολιτικού μορφώματος, π.χ. ενός κράτους.
Πλησιέστερη στην αρχικά αναφερθείσα έννοια είναι η εργατική αυτονομία, όπως αναπτύχθηκε από τα κινήματα της Νέας Αριστεράς στην Ευρώπη της δεκαετίες '70-'80, και κυρίως στην Ιταλία. Η εργατική αυτονομία εμφανίστηκε ως κριτική στη λενινιστική αριστερά και στην ιδέα της εργατικής πρωτοπορίας. Για την εργατική αυτονομία, το εργατικό επαναστατικό κόμμα, αποτελούμενο από διανοούμενους επαγγελματίες επαναστάτες, που θα είχε το ρόλο της πρωτοπορίας των εργατών και θα οδηγούσε τους τελευταίους στον κομμουνισμό, δεν αποτελεί πραγματικό εργαλείο χειραφέτησης. Οι εργατικές πρωτοπορίες, όπου κατέλαβαν την εξουσία στο όνομα των εργατών, κατέληξαν να την ασκούν προς όφελος των ίδιων, μετατρεπόμενες έτσι σε γραφειοκρατίες και σε μία νέα κυρίαρχη ελίτ που καταπίεζε και εκμεταλλευόταν την εργατική τάξη στη θέση των καπιταλιστών. Αντ' αυτού η εργατική αυτονομία θεωρούσε πως η χειραφέτηση της εργατικής τάξης αποτελεί έργο της ίδιας, ότι οι ίδιοι οι εργάτες έχουν τη δύναμη να οργανωθούν, να ανατρέψουν τον καπιταλισμό και να διοικήσουν τον κόσμο μέσα από τις δικές τους δομές.
Περνώντας τώρα μετά τα παραπάνω στην έννοια της φοιτητικής αυτονομίας θα μπορούσαμε να πούμε ότι, πολύ περισσότερο από την «αυτονομία από» κόμματα και έξωθεν πολιτικές γραμμές, η έννοια της αυτονομίας έχει να κάνει με την «αυτονομία για», τη δυνατότητα του ίδιου του φοιτητικού κινήματος, ή καλύτερα, των ίδιων των φοιτητών ως κοινότητα να αυτοδιοικηθούν και να συμβάλουν στη συνέχεια και στην διοίκηση της κοινότητας στην οποία εντάσσονται, της ακαδημαϊκής. Η άσκηση λοιπόν πολιτικής (όπως νοείται παραπάνω) εκ μέρους των φοιτητών, δεν μπορεί να υποτάσσεται ούτε στις επιταγές του εργατικού ή άλλου κινήματος, αλλά ούτε και σε πολιτικές καθοδηγήσεις κομμάτων και πολιτικών ομάδων. Οι ίδιοι οι φοιτητές, το σώμα αυτών, ως συλλογικό υποκείμενο, οφείλει (ο ενικός για να γίνει σαφές το ενιαίο του συλλογικού προσώπου) να παράξει την δική του πολιτική, να διαμορφώσει τις δικές του θέσεις και απόψεις, και με βάση αυτές να πράξει, ως ανεξάρτητη ύπαρξη, λαμβάνοντας το μερίδιο άσκησης πολιτικής που του αντιστοιχεί εντός ενός θεσμού που, βέβαια, δεν αποτελείται μόνο από φοιτητές, και που επίσης δεν δημιουργήθηκε μόνο για ίδιον όφελος, αλλά για την εξυπηρέτηση κοινωνικών αναγκών. Τα παραπάνω σημαίνουν αναγκαστικά, άσχετα αν γίνεται παραδεκτό, ότι ο συμφοιτητής, ασχέτως των πολιτικών απόψεων που πρεσβεύει, δεν αποτελεί κάποιου είδους ανταγωνιστή ή ταξικό εχθρό, αλλά έναν φύσει συνάδελφο, εξίσου με τους ημετέρους μέλος της ίδιας κοινότητας, και συμπερασματικά ισότιμος με οιονδήποτε άλλον φοιτητή συμμετέχοντα στις διαδικασίες απόφασης, με την ισχύ αλλά και την υποχρέωση υπακοής στην κοινότητα που αυτό συνεπάγεται. Μπορεί βέβαια η ταξική προέλευση δύο φοιτητών να είναι πολύ διαφορετική, και αυτό έχει σημαντικές συνέπειες στον τρόπο που αντιλαμβάνονται το ρόλο και τον τρόπο λειτουργίας του πανεπιστημίου, αλλά κάτι τέτοιο δεν αλλάζει το γεγονός ότι και οι δύο βρίσκονται υπό την ίδια κοινότητα και οφείλουν να συναποφασίσουν για τη μοίρα της, γιατί αυτοί αποτελούν τους κατεξοχήν αρμόδιους για να κρίνουν μία σειρά ζητημάτων περί της λειτουργίας και του ρόλου του πανεπιστημίου. Η αντίθετη άποψη αντιλαμβάνεται το φοιτητικό χώρο κυρίως ως σπαρασσόμενο από ταξικούς ανταγωνισμούς και επομένως καθόλου αυτόνομο να αποφασίζει ως σώμα για τα ζητήματα που τον αφορούν. Επομένως και το σώμα των φοιτητών που αποφασίζει, η γενική συνέλευση, δεν αποτελεί παρά πεδίο μάχης αντικρουόμενων ταξικών συμφερόντων, όπου η επικράτηση των «προλετάριων – επαναστατών» επί των «αστών» και ο έλεγχος του σώματος από τους πρώτους για εξυπηρέτηση του ταξικού ανταγωνισμού αποτελεί τον αποκλειστικό στόχο. Προφανώς το φοιτητικό σώμα δεν είναι καθ' αυτό το κατεξοχήν αρμόδιο, καθώς δεν έχει την απαιτούμενη σύνθεση, για να αποτελέσει εργαλείο ταξικής πάλης. Από την άλλη όμως υπάρχουν ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη λειτουργία και το ρόλο του πανεπιστημίου, ζητήματα πολύ σημαντικά που οφείλουν να αποφασιστούν από το σύνολο της αφορώσας κοινότητας, και που εξ' αντανακλάσεως (βλ. ρόλο της εκπαίδευσης και του επιστήμονα, ρόλο του πανεπιστημίου ως ειδήμονα στην κοινωνία, δωρεάν και δημόσιος ή αγοραίος χαρακτήρας της εκπαίδευσης) επηρεάζουν βαθειά την ίδια τη μορφή και τη λειτουργία της κοινωνίας. Η αριστερά στα πανεπιστήμια έχει πληρώσει πολύ ακριβά την σύγχυση ή την υποβάθμιση του ρόλου του πανεπιστημίου και την συνεπαγόμενη απαξίωση εκ μέρους της των συλλογικών διαδικασιών των φοιτητών και την χρησιμοποίηση του πανεπιστημίου αποκλειστικά ως φυτώριο «επαγγελματιών επαναστατών».
Κάτι θεμελιώδες που επίσης αναγκαία προκύπτει από τα παραπάνω, είναι ότι το συλλογικό πρόσωπο των φοιτητών, για να θεμελιωθεί και να λειτουργήσει, για να μπορέσουν δηλαδή οι φοιτητές να συγκροτηθούν πραγματικά ως σώμα, να εκφράσουν θέσεις και να πράξουν ανάλογα, απαιτούνται διαδικασίες, μέσα από τις οποίες το συλλογικό αυτό πρόσωπο θα μιλά και θα πράττει. Το σώμα λοιπόν χρειάζεται στόμα και χέρια, ειδάλλως δεν είναι σώμα, αλλά ένα συνονθύλευμα μελών, χειρότερο και από τον Φρανκενστάιν, γιατί τα μέλη αυτά δεν ελέγχονται από έναν εγκέφαλο, δεν πράττουν κάτι συγκεκριμένο, αλλά δρουν αλλοπρόσαλλα, χωρίς συντονισμό, χωρίς ειρμό, χωρίς νόημα. Η συμφωνία επάνω σε συγκεκριμένες διαδικασίες, μέσα από τις οποίες το συλλογικό πρόσωπο θα εκφράζεται και θα δρα, δεν είναι άλλη από τη θέσμιση, τη δημιουργία δηλαδή θεσμών, σταθερών διαδικασιών από τις οποίες έχει συμφωνηθεί να συνάγεται με συγκεκριμένο τρόπο η βούληση του σώματος. Οι διαδικασίες αυτές μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο δημοκρατικές, να δύνανται υπό κάθε συνθήκη ή κατά περίπτωση να εκφράζουν με τον καλύτερο τρόπο αυτό που ονομάζουμε συλλογική βούληση, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχουν. Αν δεν υπάρχουν θεσμοί, δεν υπάρχει συλλογικό πρόσωπο. Υπάρχουν μόνο ευκαιριακές συσσωματώσεις θελήσεων, άλλοτε περισσοτέρων και άλλοτε λιγότερων που το αν δρουν για λογαριασμό των ίδιων ή de facto εκφράζοντας τη βούληση των πολλών, μπορεί να το κρίνει, ελλείψει σαφών διαδικασιών, μόνο η ιστορία, ίσως ούτε και αυτή. Ελλείψει λοιπόν θεσμών, δεν υφίσταται αυτονομία, γιατί το υποκείμενο αυτής δεν υπάρχει.
Σημαίνει κάτι τέτοιο, ότι σε οιαδήποτε περίπτωση η βούληση ενός σώματος που προκύπτει από μία θεσμισμένη διαδικασία αντικατοπτρίζει καλύτερα την πραγματικότητα από, για παράδειγμα, μία μαζική και αυθόρμητη κίνηση μεγάλου μέρους του σώματος; Από που και ως που είναι 10 γραφειοκράτες συνδικαλιστές πιο αντιπροσωπευτικοί από μία μάζα χιλίων φοιτητών που διαμαρτύρεται; Είναι το καταστατικό – οι κανόνες με βάσει τους οποίους λειτουργούν οι θεσπισμένες διαδικασίες - ο μόνος γνήσιος ερμηνευτής της βούλησης τους σώματος; Οποιαδήποτε νηφάλια σκέψη δεν θα μπορούσε να απαντήσει θετικά χωρίς τουλάχιστον να προβληματιστεί. Οδηγούμαστε έτσι να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη μίας εν δυνάμει ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ των θεσμισμένων διαδικασιών και αυτού που συμφωνήθηκε ότι εκφράζουν – της βούλησης του συλλογικού προσώπου. Είναι αυτή η αντίφαση πάντα συμφιλιώσιμη; Και αν δεν είναι πάντα συμφιλιώσιμη, εις βάρος τίνος πρέπει να γείρει η πλάστιγγα;
Για να αποφανθούμε σε σχέση με το τελευταίο ερώτημα δεν πρέπει ξαφνικά να πετάξουμε στα σκουπίδια όλες τις παραπάνω παραδοχές. Συλλογικό πρόσωπο χωρίς σταθερές διαδικασίες δεν υφίσταται. Η βούλησή του δεν δύναται να παραμένει ένα μεταφυσικό ζήτημα που θα κρίνεται κάθε φορά κατά το δοκούν. Οι θεσμοί είναι λοιπόν συστατικό στοιχείο αυτού. Από την άλλη, και ιδίως στις εξαιρετικές περιπτώσεις όπου το σώμα βρίσκεται σε αναταραχή εν όψει κάποιου πολύ σοβαρού ζητήματος, οπότε και το ενδιαφέρον του συνόλου των μελών αυξάνεται και τότε αυτά μπαίνουν ορμητικά στην πολιτική, είναι δυνατόν οι διαδικασίες αυτές να καταστούν αρτηριοσκληρωτικές και να λειτουργήσουν παρακωλυτικά στην ουσιαστική πολιτική συμμετοχή των μελών του σώματος, να διαστρεβλώσουν ή να αδυνατούν να εκφράσουν την πραγματική βούληση του σώματος. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί ακόμη να προκύψει και η ανάγκη για νέες διαδικασίες διάγνωσης και έκφρασης της συλλογικής βούλησης. Συνήθως βέβαια τέτοιες εκρήξεις είναι αφενός πολυφωνικές και αφετέρου παροδικές. Αφενός δηλαδή δεν δύνανται από μόνες τους και χωρίς συγκεκριμένες πάλι διαδικασίες να εκφράσουν μία μόνη βούληση, και αφετέρου δεν διαρκούν, ώστε να μιλήσουμε για μία παγίωση της αμεσοδημοκρατικής διαδικασίας ικανή να διοικήσει σε βάθος χρόνου το συλλογικό πρόσωπο. Προκύπτει έτσι πάλι επιτακτική η ανάγκη «εκπροσώπησης» του σώματος από τους θεσμούς του.
Τί μπορεί λοιπόν να γίνει για να συμφιλιώσει όσο δυνατόν περισσότερο την αγεφύρωτη αυτή σύγκρουση; Και ποια λύση θα ήταν συνεπής με την αρχή της αυτονομίας του συλλογικού υποκειμένου, που τυπικά (μόνο;) απαιτεί διαδικασίες συγκεκριμένες για τη συγκρότηση και την έκφρασή του, αλλά την ανάγκη αυτή τη θεμελιώνει στη βαθύτερη ανάγκη για μία ουσιαστικά άμεση και καθαρή έκφραση της βούλησης του ίδιου του σώματος, και επομένως οφείλει να παραμένει πάντα ευαίσθητη στη vox populi;
Οφείλουμε λοιπόν να αντιληφθούμε και να δομήσουμε μία διαλεκτική σχέση μεταξύ των θεσμών που εκφράζουν μέσω θεσπισμένων διαδικασιών τη βούληση του σώματος, και την ίδια τη βούληση όπως αυτή πολλές φορές προκύπτει σαφώς και εξωδιαδικαστικά. Πρέπει να κρατήσουμε και να βελτιώσουμε τις διαδικασίες, αναγνωρίζοντας την ανάγκη για σωστή αλλά και σταθερή (και όχι κυμαινόμενη ανάλογα με το ενδιαφέρον για συμμετοχή) εκπροσώπηση του συλλογικού προσώπου, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να έχουμε το ένα αυτί και το ένα μάτι στραμμένο προς αυτό που αποτελεί το πρόσωπο, δηλαδή τα ίδια τα μέλη του και τις επιθυμίες τους, ανεξαρτήτως με ποια διαδικασία αυτές προκύπτουν. Πρέπει, αντί να εγκαταλείπουμε, να κρατήσουμε τους θεσμούς, γιατί είναι απαραίτητο εργαλείο λειτουργίας του συλλογικού προσώπου ακόμη και όταν αυτό βρίσκεται «εν υπνώσει», και βέβαια να τους αναμορφώσουμε προς τη κατεύθυνση που να συμβάλλουν στην όσο μεγαλύτερη ταύτιση της βούλησης του σώματος με τη βούληση των μελών του, στην μεγαλύτερη δυνατή ταύτιση σώματος και εκπροσώπων, και στην όσο γίνεται ισότιμη συνάσκηση εξουσίας από όλα τα μέλη του, κάτι που αποτελεί την ορθότερη οδό για τη διακρίβωση της βούλησης αυτών και επομένως για μία δημοκρατική πολιτική. Την ίδια στιγμή όμως πρέπει να κοιτάμε συνεχώς λοξά και προς τις δυνάμεις αυτές που δεν εκφράζονται απαραίτητα με τις συντεταγμένες διαδικασίες, παρόλα αυτά εκφράζονται σαφώς και με ένταση. Οι δυνάμεις αυτές, ακόμη και σε αντίθεση με το θεσπισμένο, αποτελούν τη καρδιά του σώματος, που στέλνει ίσως αίμα σε μουδιασμένα σε βαθμό σαπίλας ενίοτε μέλη, και δεν πρέπει να τις αγνοούμε, αλλά αντίθετα να τις χρησιμοποιούμε για την αναζωογόνηση του σώματος, για την διάγνωση της θέλησής του και την βελτίωση των διαδικασιών διακρίβωσης της θέλησης αυτής. Αυτή ακριβώς η διαλεκτική σύνθεση αποτελεί την οδό που κατευθύνεται προς τα ποτέ πλήρως υλοποιήσιμα, αλλά πάντοτε άξια διεκδίκησης αγαθά της αυτονομίας και της δημοκρατίας.

1ως πολιτική εδώ νοείται η οργάνωση και διοίκηση της ζωής

8 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Παραθέτω λίγες σκέψεις προς συζήτηση...
Όπως στην ιταλική αυτονομία δεν υπήρχε καμιά εργατική αλληλεγγύη απέναντι σε απεργοσπάστες και ευνοημένους από τους εργοδότες «συναδέλφους», και οι καταληψίες των εργοστασίων τους έδιωχναν κλωτσιδόν, έτσι θα μπορούσε να σου πει κάποιος ότι είναι τα πράγματα και σε ένα πανεπιστήμιο που το 40% τουλάχιστον των φοιτητών δεν έχει καμία αίσθηση του ανήκειν σε ένα κοινωνικό χώρο, καμία διάθεση να εισφέρει σε αυτό, να διεκδικήσει μια καλύτερη εκδοχή του κλπ - το μόνο που κάνει είναι να βοηθά στην διαιώνιση αυτού που λέμε «καθηγητικό κατεστημένο» και να υπακούει σε λογικές συναίνεσης σε ό,τι αποφασίζει μια κυβέρνηση και το αφορά. Ακόμη λοιπόν και η κοινή μας ταυτότητα ως φοιτητές - ή στην ιταλία ως εργαζόμενοι - δεν μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα άλλοι να δρουν για το προσωπικό τους συμφέρον και άλλοι για το συλλογικό. Και όταν οι πρώτοι είναι οι περισσότεροι, ίσως η απόφαση για συμμετοχή στους θεσμούς που έφτασαν σε αυτά τα αδιέξοδα να θέλει μια δεύτερη σκέψη (χωρίς να αρνούμαι ότι οι περισσότεροι που δεν είναι σήμερα τους με θεσμούς στο πανεπιστήμιο έχουν ακολουθήσει μια εντελώς στρεβλή πορεία). Επιπλέον, οι εργάτες της Ιταλίας δεν έδρασαν πάνω στη βάση κάποιου ήδη υπάρχοντος θεσμού, πέρα απ' αυτού των συνελεύσεων βάσης. Αρνήθηκαν την εκπροσώπηση από τους τελειωμένους συνδικαλιστές τους και έδρασαν συλλογικά - χωρίς απαραίτητα αυτό να σημαίνει ότι οι αποφάσεις παίρνονταν πάντα και δημοκρατικά. Οι περισσότερες καταλήψεις από τα λίγα που έχω διαβάσει παίρνονταν ή συνεχίζονταν με το έτσι θέλω. Η ιταλική αυτονομία μάλλον υπάκουσε με τον καλύτερο τρόπο σ'αυτό το «αυθόρμητο» που συχνά ξεπερνά τις δομές, παρά σε οποιαδήποτε νόρμα ή λογική συνδιαχείρισης. Γι'αυτό και πολύ σύντομα πήρε έναν πιο πολιτικό χαρακτήρα - αντιεκλογικό, αμεσοδημοκρατικό, ενάντια σε οποιαδήποτε διάκριση, ενάντια στην κρατική εξουσία. Γι' αυτό ξεκίνησαν καταλήψεις στέγης, σαμποτάζ σε δημόσια μέσα μεταφοράς, καταλήψεις χώρων με σκοπό αυτοί να λειτουργήσουν ως κοινωνικά πολιτιστικά κέντρα. Η ιταλική αυτονομία είναι μάλλον η απόδειξη ότι σε εποχές κρίσης, αυτό που όλοι μας περιμένουμε να αναδυθεί δε θα προέρχεται από κανένα υπάρχοντα θεσμό - με τη στενή έννοια. Σήμερα υπάρχουν αυτόνομα σχήματα που κρίνουν πως ο ρόλος τους είναι να προετοιμάσουν το έδαφος γι' αυτό το ξέσπασμα. Και παρότι μια τέτοια άποψη βρίσκω πως είναι εξουσιαστική, μάλλον έρχεται σε μεγαλύτερη σύνδεση με την ιταλική αυτονομία του 70 απ'ό,τι οποιαδήποτε άλλη "τάση" της αυτονομίας μέσα στα πανεπιστήμια.
Επικεντρώθηκα στο ζήτημα της ιταλικής αυτονομίας, γιατί θεωρώ ότι μάλλον "προωθεί" εκείνους που εχθρεύεσαι στο κείμενό σου.

Allonsanfan είπε...

Σε ευχαριστώ για το πολύ ενδιαφέρον σχόλιό σου.

Θα ξεκινήσω απαντώντας σε αυτό που μου φαίνεται η καρδιά του επιχειρήματός σου, που είναι η επίκληση σε μία «αυθεντία» στην οποία όμως εγώ αναφέρθηκα μόνο αποσπασματικά. Δεν θεωρώ ότι η ιταλική αυτονομία είναι ελεύθερη κριτικής στο πεδίο που αναφέρεσαι. Αν εξετάσουμε τους λόγους της ήττας της ως κίνημα, και προσπαθήσουμε να δούμε πέρα από τη πιπίλα της -μεγάλης όντως – καταστολής, νομίζω θα πρέπει να διαπιστώσουμε ότι η ιταλική αυτονομία απέτυχε να κάνει ακριβώς αυτό που ευαγγελιζόταν: να συγκροτήσει την εργατική τάξη ως αυτόνομο υποκείμενο. Πόσο μάλλον βέβαια να γίνει αυτό το υποκείμενο φορέας παγκόσμιας κοινωνικής αλλαγής. Πολλοί θα τα ρίξουν στο ΚΚΙ, άλλοι στη βολεμένη μερίδα των εργατών. Ωραία όλα αυτά, αλλά δε μπορούμε να αρνηθούμε τουλάχιστον ότι το κίνημα της αυτονομίας δεν μπόρεσε να τα αντιμετωπίσει και να τα υπερβεί. Κάποιοι έρχονται σήμερα λοιπόν, και χωρίς καν να εκφράζουν ένα έστω μειοψηφικό μέρος των φοιτητών, παρά μόνο την ομαδούλα τους, κάνουν τα ίδια λάθη ξανά και ξανά. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η απελευθέρωση του υποκειμένου ερήμην αυτού, ακόμη και αν γίνεται, δεν γίνεται με τα εργαλεία της αυτονομίας. Και δεν γίνεται καθόλου όταν θεωρεί κανείς το 40 % του σώματος σκουπίδια και καταλήγει όχι μόνο να δρα ερήμην αλλά και έναντι αυτού. Έτσι γεννιούνται οι μαρφίν.

Allonsanfan είπε...

Επιπλέον, είναι τελείως διαφορετικό αυτό που λές, ότι δηλαδή δεν συμμετέχει κανείς στους θεσμούς συνδιοίκησης γιατί δεν δύναται λόγω συσχετισμών να παρέμβει ουσιαστικά, από αυτό που φαίνεται να υποστηρίζεις και για το οποίο δεν φέρεις την ανάλογη αιτιολόγηση, δηλαδή την αποχή από τους συγκεκριμένους θεσμούς σε κάθε περίπτωση. Εκτός αν πιστεύεις πραγματικά ότι για την αποχή του 40% ευθύνονται οι υπάρχοντες θεσμοί, και άρα αν ήταν αλλιώς, θα συμμετείχε και το 40 %. Αν πάλι δεχόμασταν ότι σε περίπτωση συμμετοχικότερων θεσμών το 40% μπορεί να ήταν 30%, πόσο εξυπηρετείται μία τέτοια μικρή αλλά ουσιώδης αλλαγή από την φυγή από τους υπάρχοντες θεσμούς, χωρίς τη δημιουργία νέων που να έχουν σταθερότητα και διάρκεια;

Δε ξέρω αν η ιταλική αυτονομία τα έκανε όλα μέσω της αντιθεσμικής οδού(αν τα έκανε κακώς για μένα), αλλά ο Νέγκρι όταν μιλά για πλήθος (και αν το αντιλαμβάνομαι σωστά και από τον Σπινόζα), ως νομικός που είναι ξέρει πολύ καλά πως αυτό το πληθος χρειάζεται και χρησιμοποιεί και συγκεκριμένες διαδικασίες για να εκφραστεί και δεν είναι σε θέση να εκφράζεται διαρκώς de facto ή σε «αμεσοδημοκρατικές συνελεύσεις». ίσα ίσα συχνά πέφτει και σε νάρκη. Ο νέγκρι το ξέρει πολύ καλά αυτό για να παραβλέψει την αναγκαιότητα ύπαρξης θεσμών. Τώρα αν οι υπάρχοντες είναι αλωμένοι (απο ποιον άραγε; και γιατί;δεν εχω ακούσει πολλές σοβαρές αναλύσεις, μόνο κριτικές που μάλλον σε βουλή αρμόζουν και όχι σε πανεπιστημιακά όργανα) το μόνο που μας μένει είναι να φτιάξουμε άλλους που να προσπαθήσουμε να εκφράσουν καλύτερα το υποκείμενο στο οποίο αναφερόμαστε. Αλλά παλι την ίδια στοχευση θα είχαμε, και όχι μικρές ομαδούλες με τις δικές τους εσωτερικες διαδικασίες που καμία τέτοια θέσμιση δεν προτείνουν, αλλά εξαντλούνται σε θεαματικούς ακτιβισμούς που συνήθως καμία απεύθυνση στο σώμα δεν απολαμβάνουν. Και τέλος πάντων είναι άλλο να «ξεπερνάς» το θεσμό σε εποχή αναταραχής που το σώμα βγαίνει μπροστά και ασφυκτιά από τους υπάρχοντες θεσμούς, και άλλο να μιλάς για έλλειψη αντιπροσωπευτικότητας, όταν εσύ ο ίδιος αντιπροσωπεύεις ακόμη λιγότερους και κανείς σχεδόν δε μοιράζεται το όραμά σου. Αν αυτή η στάση δεν μετατραπεί γρήγορα σε μία ουσιαστική, σταθερή και αποτελεσματική αντιπρόταση για άλλες διαδικασίες, αλλά εξαντλείται σε γενικολογίες, αποτελεί στην ουσία απόσυρση από την πολιτική σκηνή και πολιτικό αυτισμό, που δεν πείθει παρά τους ομοίους του.

Τσιπιρίπο είπε...

Ένα σχόλιο για την ιταλική αυτονομία.

Εγώ την αντιλαμβάνομαι διαφορετικά. Συστάθηκε πάνω στο τότε αίτημα για την αυτονόμηση του προλεταριάτου από την καπιταλιστική σχέση. Πράγμα που σημαίνει άρνηση υπαγωγής στη μισθωτή σχέση (άρνηση της εργασίας, σαμποτάζ), και "αυτοαξιοποίηση" (βίαιη οικειοποίηση του κόσμου των προϊόντων --δηλ της κλεμμένης από το Κεφάλαιο αξίας).

Τώρα, μια δόση κριτικής. Οι αυτόνομοι της ιταλίας, δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν ποτέ το πατροκτονικό τους σύνδρομο καταλαβαίνοντας την πραγματική σημασία που έχουν τα διδάγματα του Γκράμσι, για την κοινωνική ανατροπή.

Εν ολίγοις, η αυτονομία (μάλλον το κυρίαρχο κομμάτι της, γιατί υπήρχε και μια δευτερεύουσα "γκραμσιανή" συνιστώσα, η οποία ήταν ακόμα πιο ενδιαφέρουσα από την κυρίαρχη, "νεγκρική"-- βλέπε π.χ. το έργο του Τζιοβάννι Αρίγκι) αγνόησε παντελώς το κεφάλαιο "ηγεμονία". Δηλαδή διαδικασίες επεξεργασίας ενός ιδεολογικού/πολιτιστικού πλαισίου το οποίο να υπερβαίνει το καπιταλιστικό φαντασιακό και δυνητικά να είναι οικειοποιήσιμο από την υπόλοιπη κοινωνία.

Δυστυχώς, ο εργάτης-μάζα της εργατικής αυτονομίας, και ο σχιζομητροπολιτικός προλετάριος της κοινωνικής αυτονομίας, δεν μπόρεσε να υπερβεί το κρίσιμο σημείο εκείνο που μετασχηματίζεται από "δύναμη για τον εαυτό του" σε "δύναμη για όλη την κοινωνία".

Και ως προς αυτό, δεν φταίει βέβαια το ίδιο το υποκείμενο, αλλά η "πνευματική του ηγεσία", η οποία από ένα σημείο και μετά επέμενε να χαϊδεύει αυτιά με θεαματικές διατυπώσεις τύπου "όταν κατεβάζω την κουκούλα ρίγος αισθάνομαι σαν να πρόκειται να συναντήσω την αγαπημένη", παρα να προχωρήσει σε μια σε βάθος επεξεργασία/σύνθεση μεταξύ της βαθιάς κινηματικής κληρονομίας της ιταλικής κοινωνίας, και του ανατρεπτικού δυναμικού που εκείνη την εποχή εξελίσσονταν εντός της...

Allonsanfan είπε...

Σχόλιο από Τσιπιρίπο που για κάποιο λόγο μου το τρώει το μοντερασιον. Ευχαριστώ πολύ τσιπιρίπο, αλλά κάτι μου θυμίζεις!

Ένα σχόλιο για την ιταλική αυτονομία.

Εγώ την αντιλαμβάνομαι διαφορετικά. Συστάθηκε πάνω στο τότε αίτημα για την αυτονόμηση του προλεταριάτου από την καπιταλιστική σχέση. Πράγμα που σημαίνει άρνηση υπαγωγής στη μισθωτή σχέση (άρνηση της εργασίας, σαμποτάζ), και "αυτοαξιοποίηση" (βίαιη οικειοποίηση του κόσμου των προϊόντων --δηλ της κλεμμένης από το Κεφάλαιο αξίας).

Τώρα, μια δόση κριτικής. Οι αυτόνομοι της ιταλίας, δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν ποτέ το πατροκτονικό τους σύνδρομο καταλαβαίνοντας την πραγματική σημασία που έχουν τα διδάγματα του Γκράμσι, για την κοινωνική ανατροπή.

Εν ολίγοις, η αυτονομία (μάλλον το κυρίαρχο κομμάτι της, γιατί υπήρχε και μια δευτερεύουσα "γκραμσιανή" συνιστώσα, η οποία ήταν ακόμα πιο ενδιαφέρουσα από την κυρίαρχη, "νεγκρική"-- βλέπε π.χ. το έργο του Τζιοβάννι Αρίγκι) αγνόησε παντελώς το κεφάλαιο "ηγεμονία". Δηλαδή διαδικασίες επεξεργασίας ενός ιδεολογικού/πολιτιστικού πλαισίου το οποίο να υπερβαίνει το καπιταλιστικό φαντασιακό και δυνητικά να είναι οικειοποιήσιμο από την υπόλοιπη κοινωνία.

Δυστυχώς, ο εργάτης-μάζα της εργατικής αυτονομίας, και ο σχιζομητροπολιτικός προλετάριος της κοινωνικής αυτονομίας, δεν μπόρεσε να υπερβεί το κρίσιμο σημείο εκείνο που μετασχηματίζεται από "δύναμη για τον εαυτό του" σε "δύναμη για όλη την κοινωνία".

Και ως προς αυτό, δεν φταίει βέβαια το ίδιο το υποκείμενο, αλλά η "πνευματική του ηγεσία", η οποία από ένα σημείο και μετά επέμενε να χαϊδεύει αυτιά με θεαματικές διατυπώσεις τύπου "όταν κατεβάζω την κουκούλα ρίγος αισθάνομαι σαν να πρόκειται να συναντήσω την αγαπημένη", παρα να προχωρήσει σε μια σε βάθος επεξεργασία/σύνθεση μεταξύ της βαθιάς κινηματικής κληρονομίας της ιταλικής κοινωνίας, και του ανατρεπτικού δυναμικού που εκείνη την εποχή εξελίσσονταν εντός της...

Allonsanfan είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Allonsanfan είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Τσιπιρίπο είπε...

Σου θυμίζω κάτι, γιατί είμαι αυτός που ήμουν συν κάτι ψιλά, που με κάνουν ταυτόχρονα και κάτι άλλο.

Ο Νέγκρι είπε ότι η ιστορία της συνέχισης των επαναστατικών κινημάτων περνούν μέσα από την ασυνέχειά τους.

Καιρός να φιλοδορήσουμε την αυτονομία με την δική της ασυνέχεια, έτσι δεν είναι;