Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Ποιος Τσίπρας ρε, και ποιος ΣΥΡΙΖΑ;

Πώς γίνεται να θεωρείς έναν λαό χειραγωγήσιμο, ευαίσθητο στη δημαγωγία, στη τελική ανόητο, και την ίδια στιγμή να λες ότι ενδιαφέρεσαι, ή, ακόμη χειρότερα, ότι θες να τον εκπροσωπήσεις; Οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους, αφού υποβίβασαν το λαό στη θέση του αδαούς, δικαιολογούν - μέσα τους και προς τα έξω - την επιθυμία τους αυτή ως θέληση να τον προστατεύσουν από τον ίδιο του τον εαυτό, να τον οδηγήσουν μακριά από δημαγωγούς και ψεύτικες υποσχέσεις, να τον κάνουν ευτυχισμένο παρά τις επιθυμίες του. Στη πραγματικότητα ψεύδονται, και προς τους άλλους και προς τον εαυτό τους. Το μόνο τους κίνητρο είναι ο ναρκισσισμός τους και η φιλοδοξία. Γιατί πιστεύουν ότι έχουν κάτι που τους ανυψώνει από τη πλέμπα, και τους καθιστά ικανούς να την εξουσιάζουν και να τη μαγεύουν με τις αρετές τους. Και όταν αυτό, δεν επιτυγχάνεται, και διώκονται από τον λαό που υποτίμησαν, τότε αναστενάζοντας ρίχνουν το φταίξιμο πάλι αλλού: «αυτή είναι η Ελλάδα».


Όλοι αυτοί, καθώς και άλλοι που θα ήθελαν να τους μοιάσουν, επιδίδονται τον τελευταίο καιρό σε μία επίθεση στο ΣΥΡΙΖΑ, η οποία παρότι επιφανειακά στόχο έχει να παρουσιάσει μία οργάνωση ως ανίκανη ή επικίνδυνη, στη πραγματικότητα αυτό που κάνει είναι να θεωρεί τον λαό εντελώς ηλίθιο.

Αναφέρουν διαρκώς ότι ο ΣΥΡΙΖΑ τάζει λαγούς με πετραχείλια, επιστροφή στην ευημερία του χθες, αυξήσεις στα επίπεδα του 2008, πόρσε και εξοχικά. Και εξηγούν με ύφος διεισδυτικού πολιτικού αναλυτή ότι ο ΣΥΡΙΖΑ τα λέει αυτά για να πλανέψει τον λαό. Δεν έκαναν τον κόπο να βγουν να ρωτήσουν τον πρώτο περαστικό αν θεωρεί ότι μπορούμε να γυρίσουμε στην πρότερη κατάσταση. Προσπαθούν να πουν τον ΣΥΡΙΖΑ ανεύθυνο, υπονοούν ότι ο λαός είναι ανόητος, αλλά στη πραγματικότητα το μόνο που αποδεικνύουν είναι η δική τους τρανή ηλιθιότητα, καθώς θεωρούν το αυτονόητο – ότι δεν μπορούμε να γυρίσουμε στην πρότερη κατάσταση – ως ένα καλά κρυμμένο μυστικό που μόνο αυτοί έχουν ανακαλύψει! Ο κόσμος γνωρίζει την κατάσταση που βρίσκεται, και γνωρίζει ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στα παλιά. Προστασία μόνο ζητάει από τη καταιγίδα, και αξιοπρέπεια.

Συνεχίζουν οι ίδιοι το ρεσιτάλ βλακείας μεταμφιεσμένης σε πολιτική ανάλυση περιγράφωντας τον Τσίπρα ως δημαγωγό. Δείχνουν έτσι πόσο λίγα πράγματα έχουν καταλάβει. Δεν βλέπουν ότι ο λαός γνωρίζει καλά τις ανεπάρκειες και τις παλινωδίες και της οργάνωσης και του προέδρου της. Ο κόσμος έχει πολλές αμφιβολίες για το αν ο Τσίπρας μπορεί να τα καταφέρει. Και αυτό όχι γιατί του το έδειξαν οι άλλοι φωστήρες που μας υποτιμούν, αυτοί των ΜΜΕ, που όσο μιλούν τόσο δυσκολεύουν τη θέση τους. Αλλά γιατί είναι προφανές.

Οπότε ο λαός δεν στρέφεται προς τον ΣΥΡΙΖΑ ούτε γιατί περιμένει να τρέξει το χρήμα με τη σέσουλα, ούτε γιατί γοητεύτηκε από τον χαρισματικό (!) Αλέξη Τσίπρα, και χρειάζεται φωστήρες για να του δείξουν την αλήθεια. Ο λαός στρέφεται σιγά σιγά προς τον ΣΥΡΙΖΑ για έναν πραγματικό και ουσιαστικό λόγο: γιατί μέσα σε όλη τη σαπίλα που μας έχει περικυκλώσει, αναγνωρίζει ότι εκεί που όλοι προσπαθούν να τον σώσουν παρά τη βούλησή του, ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί, έστω και με αδέξιο τρόπο, να πραγματοποιήσει τη βούληση αυτή. Τη βούληση ότι δεν είμαστε πρόθυμοι να υποστούμε άλλες ταπεινώσεις και εξευτελισμούς. Και ότι παρότι φταίξαμε, αυτή η τιμωρία δεν αξίζει σε κανένα. Ότι θέλουμε και εμείς να κάνουμε θυσίες και να αλλάξουμε, αλλά όχι έτσι. Δεν είναι η ιδεολογία του ΣΥΡΙΖΑ το θέμα. Στην ουσία της άλλωστε δεν βρίσκεται μακριά από τις ιδέες μίας σοσιαλδημοκρατίας, και μάλιστα μπαγιάτικης. Αυτό που του δίνει όμως τεράστια δυναμική, είναι η επιλογή που έκανε να ταυτιστεί με το λαό και την αντίστασή του, να τον αφουγκραστεί, να προσπαθήσει να τον εκφράσει. Και αυτό τον καθιστά μία ελπίδα για το μέλλον. Ακόμη και αν είναι εξαιρετικά δύσκολο να ισορροπήσει ανάμεσα στις πανταχόθεν απειλές και σε μία έσωθεν τάση για συμβιβασμό που αργά ή γρήγορα θα προκύψει.

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

Μαθήματα από τις εκλογές




How long? Not long! Because what you reap, is what you sow
Martin Luther King Jr.



Τι συμπεράσματα μπορούν να βγουν από τις συναρπαστικότερες εκλογές στην Ελλάδα; Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, ας δούμε πρώτα τι δεν σημαίνουν τα αποτελέσματα των εκλογών.

Δεν σημαίνουν απαραίτητα ένα φωτεινό μέλλον για την Ελλάδα. Προφανώς δεν σημαίνουν έξοδο από τη κρίση, ούτε τέλος των θυσιών του λαού. Η κρίση είναι πραγματική και δεν οφείλεται στις επιλογές του ΠΑΣΟΚ, ακόμη και αν ενισχύθηκε από αυτές. Ίσως τώρα η Ελλάδα να μπαίνει βαθύτερα σε κρίση, καθώς οι σχέσεις της με την ηγεμόνα Γερμανία κλονίζονται και επικρατεί πολιτική αστάθεια. Όταν εξεγείρεσαι, είναι πάντα πιο δύσκολα από την προηγούμενη κατάσταση της υποταγής. Είναι όμως αναγκαίο αυτό, αν κάποιος επιθυμεί την ελευθερία του.

Δεν σημαίνουν επίσης την ξεκάθαρη ανάδυση μίας νέας εναλλακτικής, εδώ ή στην Ευρώπη. Όχι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει καταφέρει να εδραιώσει τις ιδέες του στη κοινωνία, αλλά, δεν έχει και ξεκάθαρες ιδέες για το τί θέλει να κάνει. Πράγμα λογικό καθώς είμαστε σε κρίση, αλλά μπορούμε να πούμε ότι κοινωνία και πολιτική(οι) είναι πιο ανέτοιμοι από ποτέ να την αντιμετωπίσουν.

Υπάρχουν όμως μία σειρά μαθημάτων που μπορούμε να πάρουμε από τις εκλογές, και λόγοι να είμαστε χαρούμενοι και να κοιτάμε με ελπίδα το σκοτεινό μέλλον.

Το σημαντικότερο όλων είναι ότι ο λαός δε δείλιασε, δε ξέχασε και τιμώρησε. Μεγάλη χαμένη των εκλογών ήταν η ρητορική της TINA (there is no alternative). Οι Έλληνες αρνήθηκαν τους μονοδρόμους και τους εκβιασμούς. Υπήρχε σε πολλούς ο φόβος ότι μπροστά στη κάλπη ο λαός θα προτιμήσει το σίγουρο δρόμο ενός οικείου βασανιστηρίου από το στενό και άγνωστο μονοπάτι της αντίστασης. Ότι θα φοβηθεί να πάει κόντρα σε όλους όσους τον συμβουλεύουν, και θα προτιμήσει το μισθό της πείνας και την υποταγή στις επιταγές της Ιεράς Συμμαχίας ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ. Ακόμη και σήμερα αυτός ο φόβος οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η ψήφος των πιο πολλών ήταν στείρα τιμωρητική και χωρίς προβληματισμό για το μετά, και ότι τώρα που αντιμετωπίζεται το φάσμα της ακυβερνησίας και της αστάθειας, ο λαός φοβισμένος θα γυρίσει στα γνωστά.

Οι εκλογές αυτές όμως απέδειξαν ότι δεν μπορείς να κυβερνάς μία κοινωνία, και ιδιαίτερα την ελληνική, με φόβους και εκβιασμούς. Η ψήφος του λαού ήταν συνειδητή, και σηματοδοτεί το τέλος του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Σε επόμενη εκλογική αναμέτρηση, η πτώση τους θα είναι μεγαλύτερη. Ακόμη και αν η αντιμνημονιακή πολιτική αποτύχει, ο κόσμος θα αναζητήσει λύση σε νέες μνημονιακές δυνάμεις που θα αρχίσουν σύντομα να δημιουργούνται από τις στάχτες των παλιών. Ο λαός δεν φοβάται. Αν η ΕΕ υποχωρήσει και μαλακώσει, ο Τσίπρας θα αναδειχτεί ως ο μόνος ικανός διαπραγματευτής. Αν επικρατήσει η σκληρή γραμμή Μέρκελ, η πρόταση της αναδιαπραγμάτευσης του Σαμαρά και λοιπών θα χάσει έδαφος και ο λαός θα εξοργισθεί και θα επιδιώξει πιο έντονα την ακύρωση του Μνημονίου.

Άλλο ένα σημαντικό συμπέρασμα: τα ΜΜΕ, που συμπεριφέρονταν σαν να υπήρχαν μόνο δύο υποψήφια κόμματα στις εκλογές, που έκρουαν διαρκώς το κώδωνα του κινδύνου (ακυβερνησία, δραχμή κλπ κλπ) δεν κατάφεραν τίποτα. Αυτό δείχνει πόσο λίγη επιρροή πραγματικά έχουν, όταν ο λαός είναι αποφασισμένος. Ας τελειώνουμε λοιπόν με τις αναλύσεις που επιμένουν ότι ο κόσμος μένει αλυσοδεμένος λόγω προπαγάνδας και ΜΜΕ. Όταν μία κοινωνία θέλει, καμία προπαγάνδα δε μπορεί να τη σταματήσει.

Η κάλπη βέβαια δεν κυοφόρησε μόνο θετικά. Πολλοί ανησυχούν για τη ΧΑ. Τί προκάλεσε την άνοδό της; Ήταν μία σειρά παραγόντων, όπως το μεταναστευτικό ζήτημα, όπως και το γεγονός ότι η ΧΑ έχει καταφέρει να εμφανιστεί ως η κατεξοχήν αντικαθεστωτική δύναμη, που πολεμάται από όλους τους άλλους (άρα ας προβληματιστούμε ως προς το αν αποδίδει ο στιγματισμός και η απομόνωση της), δεν εμφανίζεται στα ΜΜΕ και μιλάει για τιμωρία. Έτσι έλκει μία σειρά ανθρώπων που επιθυμούν μία ριζική ανατροπή του σημερινού καθεστώτος, και μπερδεύουν τη καφρίλα με τη ριζοσπαστικότητα. Η ΧΑ είναι νόθο παιδί του μηδενισμού της ελληνικής κοινωνίας, της στείρας εχθρότητας στη πολιτική. Το παιδί αυτό όμως δεν θα μακροζωήσει. Ο ελληνικός λαός δεν ήταν ποτέ φασιστικός, ποτέ δεν αγκάλιασε τέτοια ιδανικά, ακόμη και σε δυσκολότερες περιόδους. Δεν ψήφισε την ΧΑ για τα πιστεύω της, και ούτε και ποτέ θα το κάνει. Αντίθετα, μόλις δει το πραγματικό της πρόσωπο, θα τη στείλει πίσω στην ανυπαρξία.

 Υπάρχει και ένας ακόμη λόγος που η ΧΑ ισχυροποιήθηκε, ίσως ο πιο σημαντικός και ο οποίος μπορεί να προσφέρει πολλά χρήσιμα συμπεράσματα. Είναι το γεγονός, ότι η ΧΑ ήταν το μόνο κόμμα που δούλεψε άμεσα μέσα στη κοινωνία, που έκανε δηλαδή δουλειά βάσης, σε γειτονιές, που προσπάθησε να αντικαταστήσει το κράτος εκεί που κατέρρεε, και συγκεκριμένα στον τομέα της ασφάλειας. Σαν επιδημία εξαπλώθηκε στην Ελλάδα η φήμη ότι η ΧΑ προσφέρει προστασία σε ανυπεράσπιστους πολίτες. Από εδώ παίρνουμε και ένα ακόμη μάθημα: πόσο παραμελούν τα παραδοσιακά κόμματα την ανάγκη να συμβάλλουν στην οργάνωση και στη προστασία του λαού σε μία τόσο δύσκολη περίοδο. Αναλώθηκαν σε πολιτικές υποσχέσεις, και πολύ λίγο προσπάθησαν να κατέβουν στις γειτονιές, να φτιάξουν δομές αλληλεγγύης, αλληλουποστήριξης και βοήθειας. Μιλάει η αριστερά για ένα νέο ΕΑΜ και νομίζει ότι το ΕΑΜ ήταν απλά κάποια κόμματα που ενώθηκαν. Ξεχνά ότι αυτό που έκανε το ΕΑΜ πανίσχυρο μαζί με την ένοπλη αντίσταση ήταν το γεγονός ότι βοήθησε στην ίδια την οργάνωση και προστασία του λαού ώστε να αντιμετωπιστούν άμεσες ζωτικές ανάγκες. «Το ΕΑΜ μας έσωσε απ’τη πείνα…». Τί έκαναν τα κόμματα για τη πείνα, την ανασφάλεια, την ανεργία, τη κατάθλιψη, εκτός από το να υπόσχονται έναν άλλο κόσμο αφού εκλεγούν; Το μόνο κόμμα που έκανε στη πράξη κάτι, συγκεκριμένα για το σημαντικότατο θέμα της ασφάλειας που όλοι οι άλλοι τείνουν να παραμελούν, ήταν δυστυχώς η ΧΑ. Εμφανίστηκε έτσι ως το μόνο κόμμα που πραγματικά νοιάζεται και βοηθά το λαό.


Τι πρέπει να γίνει τώρα λοιπόν, που ο λαός είπε ξεκάθαρο ΟΧΙ στο Μνημόνιο αλλά όλα τα άλλα μένουν ανοικτά και αβέβαια; Η κατάσταση είναι πιο σοβαρή από ποτέ. Είπαμε το ΟΧΙ και αυτό μας καθιστά ευάλωτους στις πολιτικές καταιγίδες της Ευρώπης. Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση μας είναι να είναι αποφασισμένος και ισχυρός ο λαός, να ενωθεί και να υπερασπιστεί την ύπαρξή του απέναντι σε μνημόνια και όποιες άλλες απειλές προκύψουν από τυχόν απόρριψη της «σωτηρίας» του.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την ισχυροποίηση της κοινωνίας όμως είναι η σε βάθος οργάνωσή της. Να συγκροτηθεί ως συλλογικό υποκείμενο, να γίνει από πλήθος λαός, να εκφράσει με σαφήνεια και σταθερότητα, μέσα από διαδικασίες τη βούλησή της. Να εγκαθιδρύσει τη δημοκρατία στο εσωτερικό της. Να ξανασυναντηθούμε, να συζητήσουμε, να οργανωθούμε. Να μπει ο λαός στη πολιτική. Η αρχή έγινε με τους «αγανακτισμένους» αλλά πρέπει να ριζώσει στη καθημερινότητα μας και να εξαπλωθεί στην κάλυψη των καθημερινών μας αναγκών. Μόνο ένας τέτοιος λαός μπορεί να στηρίξει μία αποφασισμένη κυβέρνηση ή να ρίξει μία ανεπαρκή.

Η πολιτική πρέπει να «κατέβει» στο λαό, να συμβάλλει στην οργάνωση και ισχυροποίησή του. Να δημιουργηθούν δίκτυα τοπικών νομισμάτων, μορφές ανταλλαγής εργασίας και καταπολέμησης της ανεργίας, προσφοράς εθελοντικής βοήθειας, ιατρικής περίθαλψης, σχολικής βοήθειας, ίσως ακόμη και επιτροπές περιφρούρησης πολιτών (ελλήνων και μεταναστών) από την εγκληματικότητα, την αυθαιρεσία ή την απραγία της αστυνομίας και την γενικευμένη ανασφάλεια. Κινήσεις πολιτών έχουν λειτουργήσει σε αυτή τη κατεύθυνση, αλλά πανελλαδικές πολιτικές οργανώσεις ή κόμματα θα μπορούσαν να κάνουν πιο αποτελεσματικά αυτή τη δουλειά, αρκεί να το θελήσουν.

Η κατάρρευση του κράτους αφήνει τεράστια κενά. Οι φασίστες δεν μπορούν να τα γεμίσουν, όχι στην Ελλάδα. Μόνο ένας οργανωμένος λαός μπορεί. Αυτό πρέπει να είναι και το πρώτο καθήκον της πολιτικής σήμερα, μαζί με τη διατύπωση ενός σαφούς σχεδίου εξόδου από τη γενικευμένη κρίση. Σχέδιο χωρίς λαό δεν αρκεί, όπως δεν αρκεί λαός χωρίς σχέδιο. Η πολιτική οργάνωση που θα προσφέρει απτές λύσεις στο άμεσο πρόβλημα της επιβίωσης του λαού θα ηγεμονεύσει και πολιτικά και θα κληθεί να απαντήσει και στα μεγάλα ζητήματα του Μνημονίου, της ΕΕ κλπ. Ταυτόχρονα, θα συμβάλλει στη δημιουργία ενός ισχυρού λαϊκού συλλογικού υποκειμένου, που θα είναι με τη σειρά του η μόνη ικανή προϋπόθεση, η οποία θα επιτρέψει στη πολιτική να κάνει τις ανατροπές που θέλει, να σαρώσει το υπάρχον καθεστώς και να αποκρούσει κάθε είδους απειλές, χωρίς να γυρίσει στη φαυλότητα και τη διαφθορά, αντικαθιστώντας τη μία ληστρική ελίτ με άλλη νέα. 

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

Η "προφητεία" ενός ναζί



Η «προφητεία» ενός ναζί προφανώς δεν είναι προφητεία, αλλά μία οξυδερκέστατη ανάλυση για τη Γερμανία τον ρόλο της στην Ευρώπη, καθώς και για την εκπληκτική στοχοπροσήλωση ενός ολόκληρου λαού. Αυτό που δεν «βλέπει» όμως ο Ναζί αξιωματούχος, είναι αυτό που δεν βλέπουν και οι σημερινοί διάδοχοί του: ότι η στενότητα στην αντίληψη, ο σωβινισμός και η βία με την οποία προωθούν τα σχεδιά τους, θα συναντούν αντίσταση και θα αποτυγχάνουν πάντα. Ειρωνία της Ιστορίας, ο ρόλος που παίζει ακόμη μια φορά η Ελλάδα σε αυτή την αντίσταση. 

Οι Γερμανοί του σήμερα, όπως οι προκάτοχοί τους, δεν διαθέτουν ένα όραμα ικανό να ενώσει την Ευρώπη. Ας ελπίσουμε αυτή η αποτυχία τους να μην την αφήσει τουλάχιστον στις στάχτες.

Μία απαραίτητη διευκρίνηση: με την παρουσίαση του κειμένου αυτού δεν επιχειρείται η ταύτιση της σημερινής Γερμανίας με τη Ναζιστική θηριωδία. Το διαχρονικό στοιχείο, αυτό που το κάνει επίκαιρο δεν είναι ο Ναζισμός. Είναι κάτι που προυπήρχε του Ναζισμού, που ο Ναζισμός μόνο για μια περίοδο το εξέφρασε, και που φαίνεται να συνεχίζει να υπάρχει: η προσπάθεια της Γερμανίας για ηγεμονία στην Ευρώπη.

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Μέρη που να μπορούν τα όριά μας να χωρέσουν




δημοσίευση μαζί με τον φίλο Παναγιώτη Κετίκη, στο περιοδικό Υποβρύχιο (σ. 50-51)

http://issuu.com/ypovrixio/docs/ypovryxio_61


Τί θέλουν οι Γερμανοί;




Πώς βλέπουν οι Γερμανοί ιθύνοντες το πρόβλημα των υπερχρεωμένων χωρών της Ευρωζώνης; Είναι η αργή αντίδραση της Ευρώπης στη κρίση ολιγωρία ή σχεδιασμός; Ποια η λειτουργία του νέου μηχανισμού σταθερότητας; Υπάρχει ανάγκη για κούρεμα χρέους της Ελλάδας;

Φως στα ερωτήματα αυτά ίσως ρίχνει η σχετική γνωμοδότηση του Καθηγητή Clemens Fuest του Κέντρου για τη Φορολόγηση των Επιχειρήσεων του πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Η γνωμοδότηση αυτή δόθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο στην Επιτροπή Προϋπολογισμού του Γερμανικού Κοινοβουλίου κατά τη συζήτηση για το σχέδιο νόμου που αφορά την ανάληψη εγγυήσεων στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού μηχανισμού σταθερότητας και την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Κοινοβουλίου στα πλαίσια μελλοντικών ευρωπαϊκών μέτρων σταθερότητας.

Σε αντίθεση με τη κυρίαρχη κριτική που ασκήθηκε στην ΕΕ για ολιγωρία στη περίπτωση της Ελλάδας, η εν λόγω γνωμοδότηση κρίνει ότι οι αντιδράσεις των αγορών απέναντι σε υπερχρεωμένα κράτη έχουν ένα κατ' αρχήν θετικό αποτέλεσμα, καθώς αποτελούν μία προειδοποίηση και ένα κίνητρο για αλλαγές. Η άνοδος των επιτοκίων δανεισμού για τα κράτη ανάγκασε τα τελευταία να προβούν ταχύτατα σε σκληρές μεταρρυθμίσεις, τις οποίες αρνούνταν να υλοποιήσουν για πολλά χρόνια, παρά τις επιταγές του Συμφώνου Σταθερότητας. Αυτή η λειτουργία κρίνεται ως θετική και δεν είναι επιθυμητή η ανάσχεσή της. Για το λόγο αυτό κρίνεται και ως βιαστική από μεριάς Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας η τακτική να αγοράσει κρατικά ομόλογα από υπερχρεωμένες Χώρες. Η τακτική αυτή της ΕΚΤ είχε κατά την γνωμοδότηση μόνο προσωρινά αποτελέσματα και τελικά δεν εμπόδισε τη ραγδαία άνοδο των επιτοκίων, ενώ επέφερε και τεράστιες χρηματικές απώλειες για την ίδια.

Κατά την άποψη του συντάκτη της γνωμοδότησης προβληματική γίνεται η κατάσταση μόνο σε περίπτωση που δημιουργείται πανικός στις χρηματαγορές, με μαζική απώλεια εμπιστοσύνης των δανειστών, οπότε η κατάσταση μπορεί να ξεφύγει εκτός ελέγχου και να οδηγηθεί σε μαζικά ξεπουλήματα ομολόγων. Κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη ρευστότητας για κράτη ή και για τράπεζες, ενώ σε δεύτερο στάδιο υπάρχει ο κίνδυνος η κρίση να εξαπλωθεί. Για τις επικίνδυνες αυτές περιπτώσεις χρησιμεύει ένας μηχανισμός σταθερότητας, ο οποίος θα είναι σε θέση να επιλύσει προσωρινά τα προβλήματα ρευστότητας κρατών και τραπεζών, ώσπου να ληφθούν τα απαιτούμενα μέτρα και να αποκατασταθεί η αξιοπιστία τους. Ο μηχανισμός όμως αυτός δεν πρέπει να επεμβαίνει πρόωρα και να εμποδίζει την πίεση που δημιουργείται από τις αγορές για μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομική σταθερότητα. Επιπλέον, οι ενισχύσεις που θα δίνονται θα έχουν ως προϋπόθεση την υλοποίηση μίας ανάλογης πολιτικής δημοσιονομικής σταθεροποίησης και επομένως και έναν – παροδικό κατά τον συντάκτη – περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας του υπερχρεωμένου κράτους. Με τον τρόπο αυτό δεν θα λειτουργούν οι ενισχύσεις καθησυχαστικά για τα “προβληματικά” κράτη. Αντίθετα σκοπός τους είναι να καθησυχάσουν τις αγορές, ώστε αυτές να μην οδηγηθούν σε πανικό με αποτέλεσμα να εξαπλωθεί η κρίση και σε άλλες χώρες με αντίστοιχο πρόβλημα.

Σκοπός λοιπόν ενός μηχανισμού σταθερότητας είναι να αντιμετωπίσει τα προσωρινά προβλήματα ρευστότητας και να αποτρέψει την εξάπλωση της κρίσης αγοράζοντας ομόλογα υπερχρεωμένων κρατών από ιδιώτες και παρέχοντας δάνεια σε κράτη. Ο μηχανισμός σταθερότητας κρίνεται όμως ως ανεπαρκής σε περιπτώσεις χωρών που – όπως η Ελλάδα – αντιμετωπίζουν πρόβλημα υπερχρέωσης. Ένα τέτοιο πρόβλημα δεν λύνεται κατά παραδοχή του συντάκτη ούτε με νέα δάνεια, αλλά ούτε και με δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις. Σε μία τέτοια περίπτωση υπάρχουν τέσσερις διαφορετικές δυνατότητες:
α) άμεσο και οργανωμένο κούρεμα χρέους μεγάλης έκτασης
β) μελλοντικό κούρεμα χρέους ακόμη μεγαλύτερης έκτασης
γ) μία σειρά μικρότερων κουρεμάτων, όπως ήδη συμβαίνει με τη μείωση των τόκων και τη προβλεπόμενη συμμετοχή ιδιωτών
δ) ανάληψη του χρέους από τα άλλα κράτη – μέλη

Το τελευταίο σενάριο κρίνεται ως το δυσμενέστερο, αλλά όχι ως απίθανο, σε περίπτωση που ο μηχανισμός σταθερότητας δεν καταφέρει να καθησυχάσει τους δανειστές. Ακριβώς για το λόγο αυτό εντάσσεται στις λειτουργίες του μηχανισμού η αποτροπή του πανικού και της εξάπλωσης της κρίσης ιδιαίτερα σε μία περίπτωση κουρέματος χρέους (οργανωμένης χρεωκοπίας, όπως την ονομάζει).

Τα παραπάνω δείχνουν ξεκάθαρα ότι ο μηχανισμός σταθερότητας καμία σχέση δεν έχει με αλληλεγγύη των κρατών μελών σε στιγμές κρίσης. Οι αρνητικές συνέπειες της κρίσης δανεισμού, για τα κράτη αλλά και για τις ζωές των ανθρώπων, θεωρούνται αναγκαίο επακόλουθο μίας βίαιης προσαρμογής, η οποία κρίνεται ως ευεργετική. Καμία σκέψη δεν γίνεται για προστασία της κοινωνίας από τις βίαιες αναταραχές της οικονομίας. Μοναδικός σκοπός του μηχανισμού σταθερότητας φαίνεται να είναι το να καθησυχάσει τους δανειστές και να αποτρέψει την εξάπλωση της έλλειψης ρευστότητας. Ταυτόχρονα δεν τίθεται καν σε συζήτηση το ποιο είναι το είδος των μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται για τα κράτη. Υπό τον αόριστο τίτλο των μέτρων σταθερότητας και εξυγίανσης συσκοτίζεται ολόκληρη η πολιτική συζήτηση περί των απαιτούμενων μέτρων. Το γεγονός ότι τα μέτρα αυτά όχι μόνο προκαλούν ανθρωπιστική κρίση στην Ελλάδα, αλλά και αποτυγχάνουν, καθώς βυθίζουν ακόμη περισσότερο την οικονομία στη παρακμή και την ύφεση και διαλύουν τον παραγωγικό ιστό της χώρας, δεν φαίνεται να προβληματίζει. Η παρούσα πολιτική λιτότητας που βίαια εφαρμόζεται στην Ελλάδα παρουσιάζεται ως μονόδρομος. Το ίδιο και ο (προσωρινός κατά τον συντάκτη) περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας από ένα όργανο (το μηχανισμό σταθερότητας), το οποίο δεν έχει καμία πολιτική νομιμοποίηση. Το όργανο αυτό, που καλείται να αποφασίσει την εφαρμογή πολιτικών με σοβαρότατες συνέπειες για τις ζωές εκατομμυρίων δεν είναι καν ένα πολιτικό όργανο, έστω και με μία έμμεση νομιμοποίηση όπως αυτή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, αλλά ένα κονκλάβιο τεχνοκρατών που αποφασίζει κεκλεισμένων των θυρών για τις μοίρες ολόκληρων λαών. Η μετέπειτα ψήφιση από τα εθνικά Κοινοβούλια των «προτεινόμενων» αυτών μέτρων – ενόψει του οικονομικού εκβιασμού που ασκείται – καθόλου δεν αναπληρώνει το κενό της νομιμοποίησης, παρά μόνο υποβαθμίζει και γελοιοποιεί τον ρόλο των δημοκρατικά εκλεγμένων αντιπροσώπων του λαού και της δημοκρατικής εκπροσώπησης γενικά. Η δημοκρατία σταματά εκεί που ξεκινούν οι επιταγές των αγορών...

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

στο Θανάση Γ.




η νύχτα είναι πιο γλυκιά και νιώθω λιγότερο μόνος μέσα της, σαν ξέρω ότι τη διασχίζεις σιωπηλός, η τσάντα με τα βιβλία σου στο ένα χέρι, και το τσιγάρο στο άλλο, ελαφρώς ζαλισμένος από τη μπάρα και τους joy division. Εσύ ξέρεις να τιμάς τη νύχτα, να τη συνοδεύεις ως τις τελευταίες ώρες της, να μην τη πετάς με αγνωμοσύνη ξεκουράζοντας τον εαυτό σου για την ανίερη ημέρα...εσύ ξέρεις να κρατάς τη πόλη οικεία, τη πόλη που άλλοι αφήσαμε, να χαϊδεύεις τους δρόμους της σαν αφοσιωμένος εραστής...εσύ ξέρεις τις ώρες της φρίκης της αλλά και τις κρυφές ηδονικές ανταμοιβές της, καθώς και αυτή σου δόθηκε ολοκληρωτικά. Και σαν τον τρελλό μας μιλάς για αυτή, σε γλώσσα ακατάληπτη. Και μεις κάνουμε πως καταλαβαίνουμε και σου χαμογελάμε...

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

Η αγανάκτηση κατά των Αγανακτισμένων





Από τη δική μας πλευρά,
αν αναγκαζόμασταν να επιλέξουμε
μεταξύ των βαρβάρων του πολιτισμού
και των πολιτισμένων ανδρών της βαρβαρότητας,
θα επιλέγαμε τους πρώτους.
Ευτυχώς όμως μια άλλη επιλογή είναι εφικτή
Victor Hugo

Η Δημοκρατία αφανίζεται από δύο ειδών εκτροπές:
είτε από την αριστοκρατία των Κυβερνώντων,
είτε από τη λαϊκή περιφρόνηση για τις αρχές
τις οποίες οι ίδιοι οι άνθρωποι εγκαθίδρυσαν.
Το διπλό έργο των μετριοπαθών και των ψευδοεπαναστατών
είναι να μας ταλαντεύουν διαρκώς μεταξύ των δύο αυτών κινδύνων
Maximilien Robespierre


Ένα συνονθύλευμα φωτισμένων καθοδηγητών του λαού, a la carte προασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της πολιτικής ορθότητας, κονδυλοφόρων της από την καρέκλα του υπολογιστή κριτικής στη κριτική του καναπέ, διακηρύσσοντας την βαθιά δημοκρατική τους ευαισθησία επιτέθηκαν κατά του κινήματος των Αγανακτισμένων στην Ελλάδα. Χύνουν τόνους δακρύων και μελανιού μπροστά στη φρίκη της άβουλης, απολίτικης και βάρβαρης μάζας υποκριτών Αγανακτισμένων. Και διαβάζοντας με προσοχή τα σημάδια των καιρών, προφητεύουν την αποτυχία του κινήματος, καλώντας μας να πάμε σπίτι μας, μέχρι να έρθει μία άλλη κινητοποίηση, κάποια άλλη στιγμή, με κάποια άλλα χαρακτηριστικά.

Το ενδιαφέρον των πλατωνικών αυτών εραστών της ελευθερίας και της δημοκρατίας να αναδείξουν τις ευθύνες όλης της κοινωνίας τελείως ξαφνικά ατονεί όταν ανακαλύπτουν σοκαρισμένοι πόσο επικίνδυνο είναι να θεωρεί κανείς όλους τους βουλευτές κλέφτες και όλους τους δημοσιογράφους ρουφιάνους. Διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για την αδικία που τελείται κατά των θεσμών και όλων των εκπροσώπων τους. Καταδικάζουν τη βία της μούτζας ως στείρα πολιτική πράξη αδιάκριτα στρεφόμενη προς το σύνολο του συστήματος, όταν οι ίδιοι έχουν σύρει στη λάσπη αδιακρίτως ολόκληρους επαγγελματικούς κλάδους, ξεχνώντας εκεί το ότι υπάρχουν και άνθρωποι που κάναν με φιλότιμο και τιμιότητα τη δουλειά τους. Το δημόσιο μπορεί να είναι παρασιτικό, αλλά η Βουλή δεν μπορεί να είναι μπουρδέλο. Όταν πρόκειται για τους 300 αντιπροσώπους του λαού μιλούν για τσουβάλιασμα, όταν λοιδορούν δεκάδες χιλιάδες πολίτες και εργαζόμενους, τότε κάνουν φωτισμένη κριτική και μεταρρύθμιση. Πότε όμως διώχθηκε και καταδικάστηκε τελευταία φορά κάποιος Βουλευτής, Δικαστής, Εισαγγελέας κλπ; Δεν γνωρίζουν οι επαΐοντες της πολιτικής ανάλυσης των λαθών του λαού ότι όταν ένας θεσμός δεν μπορεί να ελέγξει αυτούς που τον απαξιώνουν, απαξιώνεται και ο ίδιος ανεξάρτητα από το πόσους τίμιους περιλαμβάνει; Το γνωρίζουν, και πολύ καλά μάλιστα. Αλλά το θυμούνται μόνο όταν αφορά τους δημοσίους υπαλλήλους. Θα πρέπει όμως να αποφασίσουν. Ή η συνολική κριτική για έναν θεσμό ή σε μία κοινωνία έχει να κάνει με το πως εντέλει λειτούργησαν παρά τις φιλότιμες εξαιρέσεις, και έτσι ορθώς είναι συνολική. Ή θα είναι πάντα κριτική μόνο σε άτομα αδυνατώντας να μιλήσει για τους θεσμούς. Όποιος πάλι πιστεύει ότι οι χιλιάδες που φωνάζουν κλέφτες απευθύνονται στις ποινικές ευθύνες όλων ανεξαιρέτως των βουλευτών, μάλλον είναι πιο ανόητος από όσο ανόητο θεωρεί τον λαό.

Όσο γι' αυτούς που βλέπουν βία στο πέταγμα του αυγού και της μούτζας, αλλά όχι στο ξερίζωμα του εργατικού δικαίου, του κοινωνικού κράτους, την κατάργηση σχολείων, υποτροφιών και την πραξικοπηματική ψήφιση των Μεταρρυθμίσεων του Μνημονίου, τους λέμε ότι η αντίληψή τους περί νόμιμης βίας είναι για κλάματα. Ούτε ένα αυγό σε τρένο προς το Άουσβιτς δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν με τα κριτήρια αυτά. Αλλά εκεί μπορούν χωρίς αναστολές για άλλη μια φορά να χρησιμοποιήσουν όποια κριτήρια τους βολεύει.

Άλλοι πάλι έχοντας βαθιά επίγνωση της Ιστορίας των κινημάτων και των επαναστάσεων δηλώνουν ότι τα χαρακτηριστικά πολλών από τους Αγανακτισμένους καθιστούν το κίνημα ανεπαρκές ή και προβληματικό. Αναπολούν τις μεγάλες επαναστάσεις που δημιουργήθηκαν από ευγενέστατους ευτραφείς γνώστες του savoir vivre και πλήρως συνειδητοποιημένους πολίτες, που βέβαια δεν έβλαψαν ποτέ τους κανέναν και είχαν όλο το δίκιο με το μέρος τους. Γνωρίζουν καλά ότι η Βαστίλη γκρεμίστηκε από ριζοσπάστες φοιτητές κοινωνικών επιστημών που μόλις αποφοίτησαν από σεμινάριο περί σωστής δημοκρατίας και πολιτικά ορθών μέσων διαμαρτυρίας. Οι ίδιοι που ως τώρα έπνεαν τα μένεα κατά της αριστεράς για τον ελιτισμό της, απηυδούν τώρα μπροστά στον υποτιθέμενο απολίτικο χαρακτήρα του σημερινού κινήματος και αναλύουν εκτενώς το προβληματικό νόημα των πρακτικών του ενάντια στο ιερό κτίριο του Κοινοβουλίου. Δεν αναγνωρίζουν ότι μοιράζονται την ίδια αλλεργία και για τους ίδιους λόγους με κομμάτι της αριστεράς. Έχουν δηλαδή ελάχιστη κατανόηση για τα προβλήματα, τις έγνοιες και τις αντιλήψεις του λαού.

Με την προσφιλή τους τακτική να χρησιμοποιούν μία μέθοδο μόνο όταν τους συμφέρει συγκρίνουν την Ελλάδα με την Ισπανία και στρέφονται κατά του ελληνικού κινήματος με την κατηγορία ότι τα αιτήματά του είναι πολύ πιο ρηχά από τα αντίστοιχα των Ισπανών Αγανακτισμένων. Ωσάν οι δικοί τους λίβελοι εκτός από μία διαρκής γκρίνια και μία λογική ξεριζώματος όποιου θεσμού δεν λειτουργεί ικανοποιητικά να έβριθαν προτάσεων για το μέλλον της Χώρας. Μα υπάρχει για την Ελλάδα κεντρικότερο, ζωτικότερο σύνθημα αυτή τη στιγμή από την κατάργηση του Μνημονίου; Μπορεί να υλοποιηθεί οποιαδήποτε κοινωνική πολιτική στην Ελλάδα της Τρόικας; Την ίδια μέρα βέβαια εξέδωσε ψήφισμα το Σύνταγμα με το οποίο καλούσε σε διήμερο καταναλωτικό μπουκοτάζ και άρχισε να συζητείται η πρόταση για μαζική ανάληψη καταθέσεων. Η διάθεσή του αυτή για αγριότερα μέσα αγώνα είναι η καλύτερη απάντηση σε όσους νομίζουν ότι η ουσία ενός ξεσηκωμού εξαντλείται σε μία πλήρη λίστα με αιτήματα. Προφανώς το ελληνικό κίνημα έχει μεγάλες και ενδογενείς αδυναμίες. Πώς θα μπορούσε άλλωστε μετά από χρόνια παρακμής; Το ξεπέρασμά τους όμως περνάει μέσα από την ενίσχυση του, όχι από την απαξίωσή του. Είμαστε σίγουροι ότι μαζί με το κίνημα, και οι κονδυλοφόροι των Ισπανών έχουν κάτι πιο ουσιαστικό να συνεισφέρουν σε σύγκριση με τους εντόπιους φωστήρες της Δημοκρατίας.

Οι αποστειρωμένοι αυτοί Στοχαστές μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες: από τη μία είναι αυτοί που πάντα απεχθάνονταν τον λαό, που τον θεωρούν ηλίθια μάζα, ανίκανη όχι μόνο να κυβερνηθεί αλλά και να καταλάβει τα οφέλη που έχει για τη ζωή της η ευεργετική πολιτική των τεχνοκρατών ηγεμόνων της. Η Δημοκρατία είναι γι' αυτούς ούτως ή άλλως υπερεκτιμημένη ιδέα. Αυτοί είναι συνεπείς στις απόψεις τους όταν μιλούν για τους Αγανακτισμένους. Πάντα έβλεπαν οποιαδήποτε λαϊκή κινητοποίηση σαν συρφετό χωρίς νόημα που μόνο εμπόδιο μπορεί να αποτελέσει για την καλογυαλισμένη μηχανή της διοίκησης των ανθρώπων. Μόνη τους ασυνέπεια αυτό καθ' αυτό το γεγονός ότι κοπιάζουν να κάνουν στους ηλίθιους γνωστές τις απόψεις τους. Ίσως γιατί κατά βάθος πιστεύουν ότι θα φωτίσουν τον κόσμο με τα λόγια τους. Ίσως πάλι γιατί θεωρούν την ανάδειξη της ηλιθιότητας του άλλου επαρκή απόδειξη της μη ηλιθιότητας του εαυτού.

Υπάρχουν όμως και οι άλλοι, που δηλώνουν προοδευτικοί και δημοκράτες. Που θέλουν να δουν τους ανθρώπους να αλλάζουν και να παίρνουν τη ζωή τους στα χέρια τους. Μόνο που η δημοκρατική τους αυτή ευαισθησία είναι μικρότερη από την πολιτική τους υποχονδρία. Έτσι φρίττουν κάθε φορά που βλέπουν μία πραγματική λαϊκή κινητοποίηση και δηλώνουν απογοητευμένοι που ο λαός δεν είναι τελικά οι αστραφτεροί ιππότες που έχουν στο κεφάλι τους. Και τότε σπεύδουν, ίσως και για τους ίδιους λόγους με τους πρώτους, να μας φωτίσουν για το πώς θα πρέπει να είναι ένα νικηφόρο κίνημα, από τί ανθρώπους πρέπει να απαρτίζεται και τί αιτήματα να έχει. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν καταφέρνουν να φτάσουν πολύ βαθύτερα από τη στηλίτευση των μυρίων κακών και αοριστίες του τύπου «να γίνουμε σκεπτόμενοι» ή «πρέπει να μπει πολιτικό περιεχόμενο». Οι λίγοι που ξεχωρίζουν μας κάνουν την χάρη να μας αναλύσουν πώς φαντάζονται τον κόσμο και να μας δηλώνουν με περισσή αυταρέσκεια ότι θα αγωνίζονταν μαζί με τον λαό αν αυτός αγκάλιαζε τις ιδέες τους. Σ' αυτούς οφείλουμε αιώνια ευγνωμοσύνη για την άοκνη συμμετοχή τους, τη μεγάλη συνεισφορά τους στον αγώνα και τις τόσο πολύτιμες ονειρώξεις τους. Θα χαρούμε να τους επισκεφτούμε το συντομότερο δυνατό στον κόσμο που βρίσκονται. Τους λέμε τέλος πως η δημοκρατία που ονειρεύονται δεν είναι πραγματική, γιατί δεν είναι ζωντανή.

Ένα λαϊκό κίνημα δεν μπορεί να είναι παρά αυτό που βλέπουμε να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Μαζικό, πολύχρωμο, αντιφατικό, μεγάλο. Η αιτία της αδυναμίας του είναι ταυτόχρονα η αιτία της αβυσσαλέας δύναμής του και της ικανότητάς του να αλλάξει το υπάρχον και να δώσει νέο αίμα στα σαπισμένα του μέλη. Γιατί όταν ένα σύστημα αδυνατεί να λειτουργήσει, να αυτοκαθαρθεί και να αυτοανανεωθεί τότε είναι όχι μόνο σίγουρο, αλλά και επιθυμητό να καταρρεύσει, ανεξάρτητα από τα καλά στοιχεία που μπορεί να διέθετε. Ο κίνδυνος της αποτυχίας, ακόμη και της παρεκτροπής είναι πάντα υπαρκτός. Όμως τα πολιτικά κινήματα στην Ελλάδα ως τώρα, παρά τις μεγάλες αδυναμίες τους, έχουν τουλάχιστον δείξει ότι κατά κανόνα δεν εκφράζονται από ισοπεδωτικές στάσεις μίσους και φόβου. Οφείλουμε για άλλη μια φορά να εμπιστευτούμε το λαό. Και να δώσουμε ότι καλύτερο έχουμε για να γίνει αυτό το κίνημα η αρχή όλων όσων θέλουμε να δούμε.