Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

Η αγανάκτηση κατά των Αγανακτισμένων





Από τη δική μας πλευρά,
αν αναγκαζόμασταν να επιλέξουμε
μεταξύ των βαρβάρων του πολιτισμού
και των πολιτισμένων ανδρών της βαρβαρότητας,
θα επιλέγαμε τους πρώτους.
Ευτυχώς όμως μια άλλη επιλογή είναι εφικτή
Victor Hugo

Η Δημοκρατία αφανίζεται από δύο ειδών εκτροπές:
είτε από την αριστοκρατία των Κυβερνώντων,
είτε από τη λαϊκή περιφρόνηση για τις αρχές
τις οποίες οι ίδιοι οι άνθρωποι εγκαθίδρυσαν.
Το διπλό έργο των μετριοπαθών και των ψευδοεπαναστατών
είναι να μας ταλαντεύουν διαρκώς μεταξύ των δύο αυτών κινδύνων
Maximilien Robespierre


Ένα συνονθύλευμα φωτισμένων καθοδηγητών του λαού, a la carte προασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της πολιτικής ορθότητας, κονδυλοφόρων της από την καρέκλα του υπολογιστή κριτικής στη κριτική του καναπέ, διακηρύσσοντας την βαθιά δημοκρατική τους ευαισθησία επιτέθηκαν κατά του κινήματος των Αγανακτισμένων στην Ελλάδα. Χύνουν τόνους δακρύων και μελανιού μπροστά στη φρίκη της άβουλης, απολίτικης και βάρβαρης μάζας υποκριτών Αγανακτισμένων. Και διαβάζοντας με προσοχή τα σημάδια των καιρών, προφητεύουν την αποτυχία του κινήματος, καλώντας μας να πάμε σπίτι μας, μέχρι να έρθει μία άλλη κινητοποίηση, κάποια άλλη στιγμή, με κάποια άλλα χαρακτηριστικά.

Το ενδιαφέρον των πλατωνικών αυτών εραστών της ελευθερίας και της δημοκρατίας να αναδείξουν τις ευθύνες όλης της κοινωνίας τελείως ξαφνικά ατονεί όταν ανακαλύπτουν σοκαρισμένοι πόσο επικίνδυνο είναι να θεωρεί κανείς όλους τους βουλευτές κλέφτες και όλους τους δημοσιογράφους ρουφιάνους. Διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για την αδικία που τελείται κατά των θεσμών και όλων των εκπροσώπων τους. Καταδικάζουν τη βία της μούτζας ως στείρα πολιτική πράξη αδιάκριτα στρεφόμενη προς το σύνολο του συστήματος, όταν οι ίδιοι έχουν σύρει στη λάσπη αδιακρίτως ολόκληρους επαγγελματικούς κλάδους, ξεχνώντας εκεί το ότι υπάρχουν και άνθρωποι που κάναν με φιλότιμο και τιμιότητα τη δουλειά τους. Το δημόσιο μπορεί να είναι παρασιτικό, αλλά η Βουλή δεν μπορεί να είναι μπουρδέλο. Όταν πρόκειται για τους 300 αντιπροσώπους του λαού μιλούν για τσουβάλιασμα, όταν λοιδορούν δεκάδες χιλιάδες πολίτες και εργαζόμενους, τότε κάνουν φωτισμένη κριτική και μεταρρύθμιση. Πότε όμως διώχθηκε και καταδικάστηκε τελευταία φορά κάποιος Βουλευτής, Δικαστής, Εισαγγελέας κλπ; Δεν γνωρίζουν οι επαΐοντες της πολιτικής ανάλυσης των λαθών του λαού ότι όταν ένας θεσμός δεν μπορεί να ελέγξει αυτούς που τον απαξιώνουν, απαξιώνεται και ο ίδιος ανεξάρτητα από το πόσους τίμιους περιλαμβάνει; Το γνωρίζουν, και πολύ καλά μάλιστα. Αλλά το θυμούνται μόνο όταν αφορά τους δημοσίους υπαλλήλους. Θα πρέπει όμως να αποφασίσουν. Ή η συνολική κριτική για έναν θεσμό ή σε μία κοινωνία έχει να κάνει με το πως εντέλει λειτούργησαν παρά τις φιλότιμες εξαιρέσεις, και έτσι ορθώς είναι συνολική. Ή θα είναι πάντα κριτική μόνο σε άτομα αδυνατώντας να μιλήσει για τους θεσμούς. Όποιος πάλι πιστεύει ότι οι χιλιάδες που φωνάζουν κλέφτες απευθύνονται στις ποινικές ευθύνες όλων ανεξαιρέτως των βουλευτών, μάλλον είναι πιο ανόητος από όσο ανόητο θεωρεί τον λαό.

Όσο γι' αυτούς που βλέπουν βία στο πέταγμα του αυγού και της μούτζας, αλλά όχι στο ξερίζωμα του εργατικού δικαίου, του κοινωνικού κράτους, την κατάργηση σχολείων, υποτροφιών και την πραξικοπηματική ψήφιση των Μεταρρυθμίσεων του Μνημονίου, τους λέμε ότι η αντίληψή τους περί νόμιμης βίας είναι για κλάματα. Ούτε ένα αυγό σε τρένο προς το Άουσβιτς δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν με τα κριτήρια αυτά. Αλλά εκεί μπορούν χωρίς αναστολές για άλλη μια φορά να χρησιμοποιήσουν όποια κριτήρια τους βολεύει.

Άλλοι πάλι έχοντας βαθιά επίγνωση της Ιστορίας των κινημάτων και των επαναστάσεων δηλώνουν ότι τα χαρακτηριστικά πολλών από τους Αγανακτισμένους καθιστούν το κίνημα ανεπαρκές ή και προβληματικό. Αναπολούν τις μεγάλες επαναστάσεις που δημιουργήθηκαν από ευγενέστατους ευτραφείς γνώστες του savoir vivre και πλήρως συνειδητοποιημένους πολίτες, που βέβαια δεν έβλαψαν ποτέ τους κανέναν και είχαν όλο το δίκιο με το μέρος τους. Γνωρίζουν καλά ότι η Βαστίλη γκρεμίστηκε από ριζοσπάστες φοιτητές κοινωνικών επιστημών που μόλις αποφοίτησαν από σεμινάριο περί σωστής δημοκρατίας και πολιτικά ορθών μέσων διαμαρτυρίας. Οι ίδιοι που ως τώρα έπνεαν τα μένεα κατά της αριστεράς για τον ελιτισμό της, απηυδούν τώρα μπροστά στον υποτιθέμενο απολίτικο χαρακτήρα του σημερινού κινήματος και αναλύουν εκτενώς το προβληματικό νόημα των πρακτικών του ενάντια στο ιερό κτίριο του Κοινοβουλίου. Δεν αναγνωρίζουν ότι μοιράζονται την ίδια αλλεργία και για τους ίδιους λόγους με κομμάτι της αριστεράς. Έχουν δηλαδή ελάχιστη κατανόηση για τα προβλήματα, τις έγνοιες και τις αντιλήψεις του λαού.

Με την προσφιλή τους τακτική να χρησιμοποιούν μία μέθοδο μόνο όταν τους συμφέρει συγκρίνουν την Ελλάδα με την Ισπανία και στρέφονται κατά του ελληνικού κινήματος με την κατηγορία ότι τα αιτήματά του είναι πολύ πιο ρηχά από τα αντίστοιχα των Ισπανών Αγανακτισμένων. Ωσάν οι δικοί τους λίβελοι εκτός από μία διαρκής γκρίνια και μία λογική ξεριζώματος όποιου θεσμού δεν λειτουργεί ικανοποιητικά να έβριθαν προτάσεων για το μέλλον της Χώρας. Μα υπάρχει για την Ελλάδα κεντρικότερο, ζωτικότερο σύνθημα αυτή τη στιγμή από την κατάργηση του Μνημονίου; Μπορεί να υλοποιηθεί οποιαδήποτε κοινωνική πολιτική στην Ελλάδα της Τρόικας; Την ίδια μέρα βέβαια εξέδωσε ψήφισμα το Σύνταγμα με το οποίο καλούσε σε διήμερο καταναλωτικό μπουκοτάζ και άρχισε να συζητείται η πρόταση για μαζική ανάληψη καταθέσεων. Η διάθεσή του αυτή για αγριότερα μέσα αγώνα είναι η καλύτερη απάντηση σε όσους νομίζουν ότι η ουσία ενός ξεσηκωμού εξαντλείται σε μία πλήρη λίστα με αιτήματα. Προφανώς το ελληνικό κίνημα έχει μεγάλες και ενδογενείς αδυναμίες. Πώς θα μπορούσε άλλωστε μετά από χρόνια παρακμής; Το ξεπέρασμά τους όμως περνάει μέσα από την ενίσχυση του, όχι από την απαξίωσή του. Είμαστε σίγουροι ότι μαζί με το κίνημα, και οι κονδυλοφόροι των Ισπανών έχουν κάτι πιο ουσιαστικό να συνεισφέρουν σε σύγκριση με τους εντόπιους φωστήρες της Δημοκρατίας.

Οι αποστειρωμένοι αυτοί Στοχαστές μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες: από τη μία είναι αυτοί που πάντα απεχθάνονταν τον λαό, που τον θεωρούν ηλίθια μάζα, ανίκανη όχι μόνο να κυβερνηθεί αλλά και να καταλάβει τα οφέλη που έχει για τη ζωή της η ευεργετική πολιτική των τεχνοκρατών ηγεμόνων της. Η Δημοκρατία είναι γι' αυτούς ούτως ή άλλως υπερεκτιμημένη ιδέα. Αυτοί είναι συνεπείς στις απόψεις τους όταν μιλούν για τους Αγανακτισμένους. Πάντα έβλεπαν οποιαδήποτε λαϊκή κινητοποίηση σαν συρφετό χωρίς νόημα που μόνο εμπόδιο μπορεί να αποτελέσει για την καλογυαλισμένη μηχανή της διοίκησης των ανθρώπων. Μόνη τους ασυνέπεια αυτό καθ' αυτό το γεγονός ότι κοπιάζουν να κάνουν στους ηλίθιους γνωστές τις απόψεις τους. Ίσως γιατί κατά βάθος πιστεύουν ότι θα φωτίσουν τον κόσμο με τα λόγια τους. Ίσως πάλι γιατί θεωρούν την ανάδειξη της ηλιθιότητας του άλλου επαρκή απόδειξη της μη ηλιθιότητας του εαυτού.

Υπάρχουν όμως και οι άλλοι, που δηλώνουν προοδευτικοί και δημοκράτες. Που θέλουν να δουν τους ανθρώπους να αλλάζουν και να παίρνουν τη ζωή τους στα χέρια τους. Μόνο που η δημοκρατική τους αυτή ευαισθησία είναι μικρότερη από την πολιτική τους υποχονδρία. Έτσι φρίττουν κάθε φορά που βλέπουν μία πραγματική λαϊκή κινητοποίηση και δηλώνουν απογοητευμένοι που ο λαός δεν είναι τελικά οι αστραφτεροί ιππότες που έχουν στο κεφάλι τους. Και τότε σπεύδουν, ίσως και για τους ίδιους λόγους με τους πρώτους, να μας φωτίσουν για το πώς θα πρέπει να είναι ένα νικηφόρο κίνημα, από τί ανθρώπους πρέπει να απαρτίζεται και τί αιτήματα να έχει. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν καταφέρνουν να φτάσουν πολύ βαθύτερα από τη στηλίτευση των μυρίων κακών και αοριστίες του τύπου «να γίνουμε σκεπτόμενοι» ή «πρέπει να μπει πολιτικό περιεχόμενο». Οι λίγοι που ξεχωρίζουν μας κάνουν την χάρη να μας αναλύσουν πώς φαντάζονται τον κόσμο και να μας δηλώνουν με περισσή αυταρέσκεια ότι θα αγωνίζονταν μαζί με τον λαό αν αυτός αγκάλιαζε τις ιδέες τους. Σ' αυτούς οφείλουμε αιώνια ευγνωμοσύνη για την άοκνη συμμετοχή τους, τη μεγάλη συνεισφορά τους στον αγώνα και τις τόσο πολύτιμες ονειρώξεις τους. Θα χαρούμε να τους επισκεφτούμε το συντομότερο δυνατό στον κόσμο που βρίσκονται. Τους λέμε τέλος πως η δημοκρατία που ονειρεύονται δεν είναι πραγματική, γιατί δεν είναι ζωντανή.

Ένα λαϊκό κίνημα δεν μπορεί να είναι παρά αυτό που βλέπουμε να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Μαζικό, πολύχρωμο, αντιφατικό, μεγάλο. Η αιτία της αδυναμίας του είναι ταυτόχρονα η αιτία της αβυσσαλέας δύναμής του και της ικανότητάς του να αλλάξει το υπάρχον και να δώσει νέο αίμα στα σαπισμένα του μέλη. Γιατί όταν ένα σύστημα αδυνατεί να λειτουργήσει, να αυτοκαθαρθεί και να αυτοανανεωθεί τότε είναι όχι μόνο σίγουρο, αλλά και επιθυμητό να καταρρεύσει, ανεξάρτητα από τα καλά στοιχεία που μπορεί να διέθετε. Ο κίνδυνος της αποτυχίας, ακόμη και της παρεκτροπής είναι πάντα υπαρκτός. Όμως τα πολιτικά κινήματα στην Ελλάδα ως τώρα, παρά τις μεγάλες αδυναμίες τους, έχουν τουλάχιστον δείξει ότι κατά κανόνα δεν εκφράζονται από ισοπεδωτικές στάσεις μίσους και φόβου. Οφείλουμε για άλλη μια φορά να εμπιστευτούμε το λαό. Και να δώσουμε ότι καλύτερο έχουμε για να γίνει αυτό το κίνημα η αρχή όλων όσων θέλουμε να δούμε.




Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

Για τη νομική εκπαίδευση



Όπως μου είπε κάποτε ο Καθηγητής Redslob, ο πρώτος Πρύτανης του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου - ο οποίος επ' ουδενί δεν θα χαρακτηριζόταν ως προοδευτικός -  η Νομική εκπαίδευση μοιάζει με εκπαίδευση ενός Τσίρκου Ψύλλων. Αφού συλληφθούν, κλείνονται σε ένα πακέτο τσιγάρα, στο άνοιγμα του οποίου τοποθετείται ένα κομμάτι γυαλί. Όταν οι ψύλλοι προσπαθήσουν να πηδήξουν έξω απ' το πακέτο, συγκρούονται με το γυαλί. Μετά από λίγο καιρό μαθαίνουν πόσο ψηλά μπορούν να πηδήξουν, χωρίς να συγκρουστούν. Όταν τέλος αφαιρεθεί το γυαλί, έχουν πια ξεμάθει να πηδούν έξω από το πακέτο. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται συνεχώς σε όλο και μικρότερα πακέτα, μέχρι να μάθουν οι ψύλλοι ότι δεν μπορούν καθόλου να πηδήξουν. Όταν έχουν μάθει πια να κινούνται μόνο σερνάμενοι, τότε έχει ολοκληρωθεί και η εκπαίδευσή τους για το τσίρκο. Αυτό για τους νομικούς είναι η στιγμή των τελικών εξετάσεων. Κατά τη διάρκεια των σπουδών τους αφαιρείται και η παραμικρή διάθεση για δημιουργική σκέψη και καταλαβαίνουν πολύ γρήγορα, ότι κάθε πρόσθετη γνώση περί κοινωνικοψυχολογικών, οικονομικών ή κοινωνικών σχέσεων αποτελεί μόνο εμπόδιο στη νομική εργασία.  Τέτοιες γνώσεις δεν ωφελούν σε τίποτα απέναντι στους ήδη αναγνωρισμένους νομικούς.
( Klaus Eschen, Vor den Schranken, Kursbuch 40, 1975, S. 104)

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

ο ουρανός εντός μου...



τυχαία έπεσα σε αυτό το απόσπασμα από τη τελευταία ταινία για τη ζωή του Γιάννη του Αγγελάκα. Εδώ ο γιάννης καταλήγει με φίλους στον Ψηλορείτη, όπου στήνεται ένα πρόχειρο αλλά θερμό γλεντάκι. Κοιτάζοντας τους τόπους, τους ανθρώπους, ακούγοντας τις μουσικές, σκέφτηκα χρόνους άλλους, μια ζωή πιο απλή, πιο περήφανη, έναν λαό πιο απλό, πιο περήφανο, που μέτραγε τη ζωή όχι με το χρήμα...ίσως έναν λαό που δεν υπήρξε ποτέ, αλλά που μέσα μας, σε κάποιο σκοτεινό βάθος ανασαίνει βαριά.
Και μετά πώς φτάσαμε ως εδώ; πώς πουλήσαμε τον ουρανό για έπιπλα και σκεύη; πώς γίναμε φτωχοδιάβολοι και σκύβουμε το κεφάλι για να διασφαλίσουμε ότι αύριο ο μισθός θα μπει στη τράπεζα;
Γιατί μπορεί να είναι ο πρωθυπουργός μας αυτός που κάνει τα πάντα για να μη δυσαρεστήσει τους δανειστές μας. Αλλά οι δανειστές μας πρέπει να μείνουν ευχαριστημένοι για να συνεχίσουν να μας δανείζουν. Για να συνεχίσουμε να καταναλώνουμε, γιατί έχουμε ξεχάσει να παράγουμε. Και το ξέρουμε, γι'αυτό και το επιτρέπουμε ακόμη και αν διαμαρτυρόμαστε όταν μας χτυπά κατακούτελα. Στην πραγματικότητα, έχουμε πτωχεύσει εδώ και καιρό. Και πτωχεύσαμε πρώτα ηθικά. 
Ίσως τελικά όλο αυτό ξεκινά από πολύ παλιότερα, από την ένταξη μας στη νεωτερικότητα ως νεοέλληνες. Ίσως τελικά αυτός ο λαός δεν μπόρεσε ποτέ να ενταχθεί σε ένα τρόπο ζωής ασύμβατο - σε κάποια μέρη του - με τη κοσμοθεώρηση του...ίσως πάλι όλα αυτά να είναι ουσιοκρατικες αηδίες και οι κύκλοι του καπιταλισμού να εξηγούν καλύτερα το τί συμβαίνει.
Και τότε το μυαλό μου πάει μακριά σε έναν άλλο λαό, τους ινδιάνους. Η εικόνα που μας έχει μεταφερθει για τους ινδιάνους ως ευγενεις αγρίους μπορεί να είναι μία αντίστροφη αντανάκλαση της δυτικής αλλοτρίωσης, μία ρομαντική εικόνα που κρύβει μία σκληρή πραγματικότητα. Αλλά είναι γεγονός ότι αυτό που σήμερα είναι οι ινδιάνοι είναι μία θλιβερή σκιά του παρελθόντος τους. Κατήντησαν άνεργοι αλκοολικοί στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές των ΗΠΑ. Σίγουρα έχει να κάνει με τη πολιτική των εποίκων απέναντί τους, με ιστορικές αδικίες και εγκλήματα που ως και σήμερα βαραίνουν στις πλάτες τους. Αλλά ιστορικές αδικίες έγιναν σε πολλούς λαούς, και παρόλα αυτά κάποιοι τα κατάφεραν καλύτερα.
Και ύστερα έρχεται στο μυαλό μου το ποίημα του Baudelair, το αλμπατρος:
Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ' ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τ' αποσταμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.


Ίσως λοιπόν κάποιες κουλτούρες να είναι πιο ασύμβατες με τη χρηματοπιστωτική πραγματικότητα. Ίσως όταν αυτές οι κουλτούρες -άσχετα πόσο αξιολογες- βρεθούν σε ένα τέτοιο περιβάλλον εξελίσσονται με πολύ παρακμιακό τρόπο...δεν είναι ο ξέφρενος καταναλωτισμός των ελλήνων μία αναστροφή της πιο περίπλοκης και "large" σχεσης τους με το χρήμα, σε αντίθεση με τους πάντα φειδωλούς, εργατικούς και ορθολογικούς γερμανούς, μίας σχέσης που ξεκινά από το κέρασμα και το δώρο, ακόμη και αν φτάνει στη βίλα και τη πόρσε; Η διαφθορά και η διαπλοκή -πρφανώς παθογένειες- δεν είναι ίσως μια απεγνωσμένη απόπειρα του διοιηκούμενου να αντιμετωπίσει και να προσωποποιήσει έναν απρόσωπο, γραφειοκρατικό και επιπλέον στην ελληνική του έκδοση αυθαίρετο και αναξιόπιστο κρατικό μηχανισμό; Και αν αυτά έχουν μια μικρή έστω δόση αλήθειας, τότε περιμένουμε να λυθεί το πρόβλημα με τη περαιτέρω γερμανοποίηση των θεσμών και των ανθρώπων μας;
Δε ξέρω αν είμαστε ασυμβίβαστοι με τη δυτική νεωτερικότητα. Τί σημαίνει άλλωστε ασυμβίβαστοι; οι άνθρωποι αλλάζουν, εξελίσσονται. Αλλά και αυτή η εξέλιξη είναι προϊόν της συναντησης του παλιού με το καινούριο. Και ακόμη αν με τους εξ εσπερίας το καινούριο είναι κοινό (έστω και με σχετικά δυσμενέστερους όρους), σίγουρα το παλιό μας διαφέρει. Ήταν μαθηματικά προβλέψιμη αυτή η εξέλιξη; Σίγουρα όχι. Είμαστε πάντα υπεύθυνοι για τις επιλογές που κάνουμε, όσο και αν αυτές επηρεάζονται από το ποιοι είμαστε. Ίσως όμως και ο προτεσταντικός καπιταλισμός να μας είναι - σε κάποιο κομμάτι της ύπαρξης μας - ξένος, με αποτέλεσμα τον (ηθικό και οικονομικό) ξεπεσμό μας εντός του. 
Το τί θα κάνουμε από δω και πέρα μου είναι άγνωστο. Φαντάζομαι ό,τι κάνουμε πάντα. Κουτσά στραβά θα αυτοσχεδιάσουμε...το πώς θα εξελιχθούμε εντός του υπάρχοντος μου είναι ακόμη πιο άγνωστο. Θα πρέπει να κατεβούμε από τον Ψηλορείτη της καρδιάς μας, να τον αφήσουμε για πάντα πίσω για τη βουή της Αθήνας; Μπορούμε να το κάνουμε;  Το μυαλό μου ξαναγυρνά στη Κρήτη...
Πώς έφτασα ως εδώ από τον Αγγελάκα;


Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010

Intellectum 7- δημοσίευση άρθρου μου για τη μπούρκα (επικαιροποιημένου και διορθωμένου)...ευχαριστώ!

Το 7ο τεύχος του intellectum θα βρίσκεται από αύριο στα ράφια των βιβλιοπωλείων "ΙΑΝΟΣ" και "Πρωτοπορία" στη Θεσσαλονίκη
 με τιμή 5 ευρώ.


Στο 7ο τεύχος, υπάρχουν μεταξύ άλλων άρθρα για τον ιδρυτή της Wikileaks, την εικονική επανάσταση του Facebook, την απαγόρευση της μπούρκας στην Ευρώπη, τα μέτρα κατά του καπνίσματος, την ουτοπία, τις φιλοσοφικές θέσεις του Νίτσε και του Κίρκεργκορ για το φθόνο και την μνησικακία, τον βασανισμό Παλαιστινίων, καθώς και μια σειρά πρωτότυπων άρθρων για την οικονομική κρίση. Τέλος, φιλοξενείται συνέντευξη με τον παγκοσμίου φήμης καθηγητή διεθνούς δικαίου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων William Schabas (διευθυντή του Ιρλανδικού Κέντρου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων) για το ρόλο της πολιτικής στο διεθνές ποινικό δίκαιο και την επιλεκτική προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στο 7ο τεύχος έγραψαν οι: Αθηνά Αυγητίδου, Ελένη Λαλούμη, Αγγελική Κιτρίνη, Διονύσης Γρανάς, Χάρης Πεϊτσίνης, Βασιλική Τσακίρη, Σωτήρης Γάκος, Αλέξης Καζαντζίδης, Βίκτωρ Τσιλώνης, Παντελής Ραδίσης, Γρόλλιος Γιώργος, Γρηγόρης Γεροτζιάφας, Ελισάβετ Γρηγοριάδου, Chantel Tatoli, Irit Ballas, William Schabas.

Μεταφράσεις: Αθηνά Αυγητίδου, Νάνσυ Ράπτη, Βίκτωρ Τσιλώνης

Σκίτσα: Δημήτρης Καρλαφτόπουλος, Λίλα Αγραφιώτη.

Επίσης συμμετείχαν οι φωτογράφοι: Oliver Stahmann, Δηµήτρης Μπαλάσκας (untitledimages.gr), Αργύρης Λιαπόπουλος, Γιώργος Νέσης, Γεωργία Κουτσιάνου, Ορχάν Τσολάκ.

To 7ο τεύχος σχεδιάστηκε από τον Μιχάλη Καράκωστα (www.mkdesigns.eu).

Επιμέλεια τεύχους: Σοφία Γιοβάνογλου, Διαμαντής Κρυωνίδης, Γιώτα Φυτανίδου.

Υπεύθυνος Επικοινωνίας & Προώθησης: Κείμης Κρυωνάς

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

Δικαίωμα στη Μπούρκα;



Την πλήρη απαγόρευση της μπούρκας και του νικάμπ (του γυναικείου ενδύματος που επιτρέπει να φαίνονται μόνο τα μάτια) στους δημόσιους χώρους ψήφισε η Γαλλική Γερουσία. Στους παραβάτες θα επιβάλλεται πρόστιμο 150 € και θα υποχρεούνται να παρακολουθήσουν σεμινάρια γύρω από τη γαλλική υπηκοότητα, ενώ πολύ βαρύτερες ποινές προβλέπονται για αυτούς που τυχόν θα εξαναγκάσουν τις γυναίκες να φορέσουν τα παραπάνω ενδύματα. Ανάλογες ρυθμίσεις συζητά και το Βέλγιο.
Εκτός από το σοβαρότατο αυτό γεγονός, που σηματοδοτεί και θεσμικά τη πολιτική κομματιού της Ευρώπης, και μάλιστα του σκληρού της πυρήνα, απέναντι στους μουσουλμάνους, αφορμή για το εν λόγω άρθρο υπήρξε σχετική πρόσφατη δημοσίευση στο Έθνος της 3ης Σεπτεμβρίου1 της αγαπητής καθηγήτριας στο Συνταγματικό Δίκαιο της Νομικής του ΑΠΘ, Λίνας Παπαδοπούλου. Εφόσον υπήρξα φοιτητής της, είναι μεγάλος ο πειρασμός να συνεχίσω τη συζήτηση μαζί της και με άλλους τρόπους.
Κατ' αρχήν δεν μπορούμε παρά να επαναλάβουμε το αυτονόητο ότι η ευρεία προστασία τόσο της θρησκευτικής ελευθερίας ως ζωτικό μέρος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, όσο και η ελευθερία της έκφρασης αποτελούν αναντίρρητο κεκτημένο του Δυτικού Πολιτισμού του Διαφωτισμού και των Δικαιωμάτων. Ο περιορισμός των δικαιωμάτων αυτών μπορεί να γίνει για πολύ συγκεκριμένους και σοβαρούς λόγους, όπως για την προστασία της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, της δημόσιας υγείας και της προστασίας δικαιωμάτων άλλων ατόμων. Επιπλέον, ένας σχετικός περιορισμός θα πρέπει να πάρει τέτοια μορφή, που να σέβεται την αρχή της ισότητας, δηλαδή να μην αναφέρεται μόνο σε μία θρησκευτική ή πολιτιστική ομάδα, αλλά σε οποιοδήποτε άτομο υιοθετεί ανάλογες συμπεριφορές. Έτσι για παράδειγμα, σε χώρους και συνθήκες όπου είναι απαραίτητη η εμφάνιση του προσώπου (αστυνομική εξακρίβωση, δημόσια υπηρεσία ή τραπεζικές συναλλαγές όπου απαιτείται η αυτοπρόσωπη παρουσία) θα ήταν θεμιτή η απαγόρευση όχι μόνο της μπούρκας ή του νικάμπ, αλλά οποιασδήποτε μορφής απόκρυψης του προσώπου2. Ανάλογη ρύθμιση έχει εφαρμοστεί στα βρετανικά σχολεία, με το αιτιολογικό ότι παρόμοιες ενδυμασίες εμποδίζουν την επικοινωνία της μαθήτριας με την καθηγήτριά της, η οποία επικυρώθηκε και από το Ανώτερο Δικαστήριο της χώρας. Αντίθετα, προβληματικός είναι ο σχετικός βελγικός νόμος: ξεπερνά μεν το σκόπελο της ισότητας με το να μην κάνει λόγο για τα συγκεκριμένα ενδύματα, αλλά γενικά για άτομα που κυκλοφορούν «με το πρόσωπο καλυμμένο μερικώς ή ολικώς και με ρούχα που είναι έτσι φτιαγμένα ώστε να μην είναι αναγνωρίσιμο το άτομο που τα φορά». Θεσπίζει όμως μία γενική απαγόρευση κάλυψης του προσώπου, η οποία καθόλου δεν μπορεί να στηριχθεί στην ανάγκη τήρησης της δημόσιας τάξης. Μία τέτοια καθολική απαγόρευση της κάλυψης του προσώπου σε δημόσιους χώρους αντιμετωπίζει όλους τους πολίτες ως εν δυνάμει παραβάτες και διαρκώς διαθέσιμους στον έλεγχο και την εποπτεία της αστυνομικής εξουσίας. Ο κίνδυνος τέλεσης εγκλημάτων δεν μπορεί να επιβάλλει έναν τόσο γενικό περιορισμό στην έκφραση και την συμπεριφορά των πολιτών. Ακόμη και ο διαφορετικής αφετηρίας αλλά ανάλογης εμπνεύσεως ελληνικός νόμος για τις κουκούλες ήταν πολύ πιο προσεκτικός, καθώς απαγόρευε την κάλυψη του προσώπου μόνο κατά τη διάρκεια δημοσίων συναθροίσεων.
Η κυρία Παπαδοπούλου από τη πλευρά της καθόλου δεν αναφέρεται σε μία γενική ή μερική απαγόρευση της κάλυψης προσώπου, αλλά θεμελιώνει την άποψή της για κατάργηση των συγκεκριμένων μόνο γυναικείων ενδυμάτων κυρίως στην ίδια την προστασία της ελευθερίας και της αξιοπρέπειάς των γυναικών που τα φορούν, καθώς, όπως λέει, «Το ολόσωμο και ολοπρόσωπο ένδυμα καταργεί το άτομο ως πρόσωπο...τα διαφοροποιητικά και ταυτοποιητικά χαρακτηριστικά του. Η πρόσληψη του τελευταίου ως προσώπου με ηθική αξία, και όχι ως ομογενοποιημένου μέλους μιας αγέλης, αποτελεί, ωστόσο, θεμελιώδη αρχή όλου του δυτικού πολιτισμού με βαθιά θεμέλια και μεγάλη ιστορική διαδρομή». Το επιχείρημα αυτό είναι σοβαρό. Η κατάργηση της ατομικότητας του προσώπου, η εκμηδένιση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, πνευματικών και φυσικών, που διαμορφώνουν τη προσωπικότητά του, αποτελεί σημαντική παραβίαση των δικαιωμάτων του. Ωστόσο είναι η απόκρυψη εκμηδένιση; Η αντίληψη ότι η μορφή της γυναίκας πρέπει να είναι ορατή μόνο στον νόμιμο σύζυγό και την οικογένεια της, εντός της οικίας, προφανώς και συνιστά βαρύ περιορισμό στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας της πρώτης, και μάλιστα για σκοπό νομικά μη αποδεκτό, αλλά δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι εκμηδενίζει την ατομικότητά της, καθώς η γυναίκα συνεχίζει να είναι, και να αντιμετωπίζεται από τον περίγυρό της, μέσα αλλά και έξω από το σπίτι της, ως άτομο συγκεκριμένο με «πρόσωπο» και προσωπικότητα, και όχι ως μία γυναίκα αφηρημένα. Βέβαια η προσβολή της αξιοπρέπειας είναι γεγονός. Από την άλλη όμως και η απαγόρευση μίας τέτοιας πρακτικής όταν αυτή είναι ηθελημένη, σίγουρα αποτελεί προσβολή της αξιοπρέπειας του ατόμου, στο βαθμό που παραβιάζει την άσκηση των θρησκευτικών του ελευθεριών, των πολιτιστικών του δικαιωμάτων και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του γενικά, ανεξάρτητα του αν αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση θα σήμαινε υπαγωγή σε ένα καθεστώς κοινωνικά ιεραρχικό. Αυτή την άποψη δέχονται στη πρόσφατη γνωμοδότησή τους γύρω από το θέμα και οι Δικαστές του Γαλλικού Συμβουλίου Επικρατείας, οι οποίοι, αναφέρονται στην κατοχύρωση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του δικαιώματος των προσώπων να ζουν τη ζωή τους σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους. Κατά συνέπεια, συνεχίζουν, είναι έωλο το επιχείρημα ότι η ενδυμασία αυτή προσβάλλει την αξιοπρέπεια της γυναίκας, αν αυτή επιλέγει να τη φοράει. Το Συμβούλιο της Ευρώπης από τη πλευρά του, στο προαναφερθέν ψήφισμα προκρίνει ως συναφές μέσο για την προάσπιση της αξιοπρέπειας των γυναικών την προστασία της ελεύθερης επιλογής των γυναικών να φορούν ή όχι μία θρησκευτική ενδυμασία.
Η αντίληψη περί απαγόρευσης της μπούρκας και του νικάμπ όταν θεμελιώνεται στην ελευθερία και την αξιοπρέπεια αυτών που τη φορούν με τη θέλησή τους, ουσιαστικά επιστρατεύει τον καταναγκασμό ως μέτρο αποκατάστασης μίας απολεσθείσας, ακόμη και ηθελημένα ελευθερίας, αλλά και μίας βαριά προσβληθείσας κοινωνικής ηθικής (άσχετα αν δρων και θύμα είναι το ίδιο άτομο και μόνο). Μία ανάλογη πρακτική θα δικαιολογούνταν για παράδειγμα στη περίπτωση όπου ο ενδιαφερόμενος θα προσπαθούσε να πουλήσει τον εαυτό του για σκλάβο, ή ένα σωματικό του όργανο. Κάτι τέτοιο όμως αποτελεί συμπεριφορά απόλυτα απαράδεκτη από τον νομικό πολιτισμό μας, παράνομη άνευ ετέρου και για όλους, ακόμη και αν το ίδιο το άτομο την επιθυμεί, γιατί όχι μόνο προσβάλει τα δικαιώματά του, αλλά αντιστρατεύεται τον ίδιο τον πυρήνα της σύγχρονης αντίληψης για τον άνθρωπο και την αξία του, ο σεβασμός της οποίας συνιστά όριο της «ελευθερίας» απαράβατο. Η κάλυψη του προσώπου από την γυναίκα μουσουλμάνα υποδηλώνει μεν μία αξιακή τοποθέτηση ξένη πλέον με αυτήν που διέπει το δυτικό πολιτισμό των δικαιωμάτων και ελευθεριών, στο βαθμό που υποβιβάζει την αξία και το ρόλο της γυναίκας. Το ότι κάτι τέτοιο όμως κρίνεται και αποδοκιμάζεται νομικά στη βάση μίας φορεσιάς, δηλαδή μίας πράξη νομικά αδιάφορης ως τώρα για το υπόλοιπο του πληθυσμού, μόνο με την υπόθεση ότι αυτή φέρει ένα ιδεολογικό φορτίο απαράδεκτο, είναι εξόχως προβληματικό. Δεν είναι η ίδια η φορεσιά (καθώς δεν απαγορεύεται καθ' αυτή η κάλυψη του προσώπου) αλλά αυτό που υποδηλώνει που οδηγεί στην απαγόρευσή της. Μία τέτοια πρακτική όμως είναι εξίσου αντίθετη με το διαφωτιστικό φιλελεύθερο πνεύμα των δικαιωμάτων και των ελευθεριών. Το νικάμπ δεν εντάσσεται επ' ουδενί στην ίδια κατηγορία πράξεων με την πώληση του εαυτού, και παρότι αποτελεί κατ' αρχήν προσβολή της προσωπικότητας, σίγουρα δεν είναι τέτοιας φύσης και έκτασης που να μην αίρεται όταν γίνεται αυτόβουλα. Έτσι, το επιχείρημα της συγγραφέως περιέχει μία αδιόρατη αλλά σημαντική αντιστροφή της φιλελεύθερης σκέψης. Βασική αρχή και πυλώνας της τελευταίας, είναι να «τιμωρεί» μία ιδέα, μόνο εκεί που αυτή εκδηλώνεται με πράξεις κοινώς απαράδεκτες και απορριπτέες, τόσο αντίθετες καθ' αυτές με την έννομη τάξη, που ακόμη και η συναίνεση του παθόντος δεν μπορεί να τις καταστήσει αποδεκτές. Η παραπάνω όμως λογική απαγόρευσης της μπούρκας αντιστρέφει αυτή την αρχή, και οδηγούμαστε έτσι στο παράδοξο να τιμωρούμε μία πράξη, μόνο στο βαθμό που αυτή απορρέει από μία ιδέα! Κάτι τέτοιο όμως θα γειτνίαζε απειλητικά με αποδοκιμασία του ίδιου του ισλάμ, και θα ερχόταν
σε επικίνδυνη τριβή και με την αρχή της ανεξιθρησκείας.
Περαιτέρω, η κυρία Παπαδοπούλου στο κείμενό της γράφει:
«Η συγκεκριμένη ενδυματολογική επιλογή δεν αποτελεί προϊόν αυτονομίας, αλλά της καταπίεσης που οι γυναίκες -ασύγκριτα διεισδυτικότερα από τους άνδρες- υφίστανται από τη θρησκευτική κοινότητα στην οποία ανήκουν. Αν οι γυναίκες αυτές είχαν πραγματικά ανατραφεί σε καθεστώς προσωπικής αυτονομίας, τότε και μόνο τότε οι επιλογές τους θα μπορούσαν να γίνουν δεκτές ως έκφανση προσωπικής αυτοδιάθεσης. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει».
Η αντίληψη περί ατομικής αυτονομίας που κατατίθεται εδώ δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή χωρίς κριτική βάσανο. Ποιο θα ήταν το καθεστώς προσωπικής αυτονομίας στο οποίο αναφέρεται η συγγραφέας; Μήπως αυτό στο οποίο ανατραφήκαμε εμείς; Μήπως διαλέξαμε εμείς, στην ανατροφή μας, τη θρησκεία στην οποία ανήκουμε, τα ρούχα τα οποία φοράμε, την εθνικότητα και τη γλώσσα μας; Μήπως αυτή η στιγμή ανήκει στο μέλλον, όπου τα παιδιά στην ανατροφή τους θα διαλέγουν ελεύθερα τη πολιτιστική παράδοση εντός της οποίας θα μεγαλώνουν; Μα ποτέ δεν θα ήταν δυνατό κάτι τέτοιο, καθώς όλοι γεννιόμαστε εντός μίας κοινωνίας, η οποία φέρει σειρά αξιών και κανόνων, λιγότερο ή περισσότερο ρευστών, λιγότερο ή περισσότερο ανεκτικών αλλά πάντως κανόνων εντός των οποίων – ακόμη και ενάντια σε αυτούς, αλλά πάντα σε σχέση μαζί τους – γεννιόμαστε και ζούμε. Η αυτονομία μας συνίσταται στη δυνατότητα μας να αμφισβητήσουμε - για τον εαυτό μας ή και για ολόκληρη τη κοινωνία – τις υπάρχουσες αξίες και να επιλέξουμε κάποιες άλλες ή να αναζητήσουμε νέες. Αυτό αποτελεί όχι μόνο τη μαγιά της ατομικής ελευθερίας αλλά και της κοινωνικής αλλαγής, και αυτό ακριβώς πρέπει να διαφυλαχθεί με κάθε μέσο.
Αν πάλι η κυρία Παπαδοπούλου πιστεύει ότι κάτι τέτοιο πρέπει να ισχύει αποκλειστικά για το χώρο της θρησκείας - αυτό που ονομάζει ελευθερία από τη θρησκεία (γιατί άραγε μόνο από τη θρησκεία;) - ότι δηλαδή, αν αποτολμήσουμε να το ερμηνεύσουμε, η ανατροφή όλων θα έπρεπε να είναι πλήρως απελευθερωμένη από θρησκευτικά στοιχεία, και η θρησκεία να είναι κάτι που θα επιλέγεται ελεύθερα όταν το παιδί μεγαλώνει, τότε ούτε ακόμη και η Γαλλία δεν μπορεί να πει ότι έχει πετύχει σήμερα κάτι τέτοιο, πόσο μάλλον η Ελλάδα. Πράγμα όμως λογικό, καθώς η θρησκεία, θέλοντας και μη αποτελεί σήμερα βασικό και επιδραστικό στοιχείο όλων των πολιτισμών, στο βαθμό που έχει συμβάλει και συμβάλει ως τα τώρα στη διαμόρφωση του τρόπου που βλέπουμε τον κόσμο και επομένως όχι μόνο στις θρησκευτικές και πνευματικές μας αξίες, αλλά και σε αυτές τις κοινωνικές, πολιτικές οικονομικές κλπ.3 Ακόμη και η διακηρυγμένα πιο άθεη κοινωνία είναι σήμερα βαθύτατα επηρεασμένη από τη θρησκεία με την οποία ήταν συνοδοιπόρος μέσα στην Ιστορία. Το αν στο μέλλον θα μπορέσουμε να «απελευθερωθούμε» από μία τέτοια επίδραση, και αν έστω μία τέτοια απόπειρα θα είχε νόημα ή οφέλη είναι μία μεγάλη και χρήσιμη συζήτηση, που πρέπει όμως να γίνει με προσοχή. Ανεξάρτητα πάντως από όλα τα παραπάνω, το να αποτελέσει μία τέτοια αντίληψη για το μέλλον θεμέλιο για την απαγόρευση συγκεκριμένης συμπεριφοράς μίας μόνο θρησκευτικής ομάδας, μάλλον αυθαίρετο θα ήταν, αλλά και προφανώς ατελέσφορο, καθώς επ' ουδενί μία τέτοια απαγόρευση δεν μπορεί να άρει την ήδη τελεσθείσα καταπάτηση μίας (προκοινωνικής;) αυτονομίας.
Τελειώνοντας, οφείλουμε να πούμε ότι αν υπάρχει μία σχετική κατανόηση, όχι δικαιολόγηση, της πρακτικής αυτή από πλευράς Γαλλίας, μία ανάλογη προσέγγιση (γιατί η ρύθμιση η ίδια θα στερούταν αντικειμένου) στην Ελλάδα θα ήταν πολύ πιο αβάσιμη. Η Γαλλία παραδοσιακά εχθρευόταν οποιαδήποτε εκδήλωση θρησκευτικής συμπεριφοράς στο δημόσιο χώρο της, ακόμη και χριστιανικής. Έτσι είναι έστω συνεπές από την πλευρά της να θέσει ζήτημα νικάμπ. Η Ελλάδα αντιθέτως ποτέ δεν διαχώρισε το δημόσιο χώρο από τις διάφορες θρησκευτικές εκδηλώσεις: αφενός το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα επηρέασε και επηρεάζει βαθιά τη κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική ζωή της χώρας, αφετέρου και το ισλάμ αποτελεί εξίσου σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης της ταυτότητάς της, για προφανείς ιστορικούς λόγους αλλά και για το γεγονός ότι από ιδρύσεως της υπήρχαν στην Ελλάδα Έλληνες μουσουλμάνοι, οι οποίοι επιπλέον απολαμβάνουν -σύμφωνα με το νόμο- μία ευρεία προστασία και υπό το καθεστώς της μειονότητας. Στην απόλυτα υποθετική περίπτωση που μία ανάλογη διαδικασία διαχωρισμού θα είχε τέτοια αφετηρία, αυτό θα ήταν τουλάχιστον ατυχές.
2Αυτή την άποψη φαίνεται να ασπάζεται και το Συμβούλιο της Ευρώπης, που με ψήφισμα του τον Ιούνιο 2010 καταδίκασε την καθολική απαγόρευση της μαντίλας, ενώ αντίθετα θεωρεί ότι κάτι τέτοιο θα ήταν επιτρεπτό σε περιορισμένη έκταση και συγκεκριμένες συνθήκες, για λόγους ασφαλείας.
3αλλά και με τη σειρά της η θρησκεία έχει επηρεαστεί αναπόσπαστα από τις κοινωνικές, πολιτικές κλπ. αντιλήψεις. Το ίδιο το παράδειγμα του νικάμπ είναι χαρακτηριστικό. Παρότι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη θρησκεία (μία συγκεκριμένη ερμηνεία της), η σχετική αντίληψη για τη γυναίκα που το ένδυμα αυτό εμπεριέχει υπερβαίνει κατά πολύ τη θρησκευτική σφαίρα, έχει ρίζες κοινωνικές και πολιτισμικές. Η δε ολοπρόσωπη κάλυψη του προσώπου ήταν παράδοση συγκεκριμένων περιοχών στη Περσία και την Αραβία ακόμη πριν το Ισλάμ. Και βέβαια ούτε η περιοχή μας είναι ξένη με την – μερική έστω – κάλυψη του κεφαλιού των γυναικών. Κατά πόσο βέβαια είναι δυνατό και έχει νόημα εν γένει να διαχωρίσουμε το αν μία συμπεριφορά έχει θρησκευτικές ή κοινωνικές ή πολιτιστικές ρίζες, το αν είναι θρησκευτικής ή άλλης υφής, είναι μάλλον μία ερώτηση που η ίδια η κυρία Παπαδοπούλου θα έπρεπε να θέσει και να απαντήσει. 

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

Ημερολόγιο μοτοσυκλέτας



- Είδα πρόσφατα τα ημερολόγια μοτοσυκλέτας! Υπέροχο! Είμαι ερωτευμένη με τον Τσε! Ταξιδευτής και επαναστάτης! τί τέλειο...

το γέλιο τους απλώνονταν στο μικρό διαμέρισμα. Η ανάσα τους μύριζε ελαφρά κρασί. Ανέμελα, δυνατά, γεμάτα αίμα. Μόλις πέρασαν στην Θεσσαλονίκη για σπουδές. Το βλέμμα τους δε χόρταινε να γυρίζει, να ρουφάει, μία ατέλειωτη και διάχυτη λαχτάρα να «ζήσουν τη ζωή». 

- Πόσο θα ήθελα και γω να γυρίσω τον κόσμο, να εγκατασταθώ κάπου μακρυά, στη Ν. Υόρκη, στο Βερολίνο, στη Κίνα, να γνωρίσω τα πάντα...
είπε ο ίδιος φοιτητής πολιτικών επιστημών που πριν από λίγο δήλωνε ενθουσιώδης πως θα ήθελε να γίνει επανάσταση στην Ελλάδα, γιατί η κατάστασή της πολύ τον πληγώνει. Όπως ήταν φυσικό, τα παιδιά γλυκοκοίταζαν προς τα αριστερά. Φέτος τους συναντούσες σε κάθε πάρτυ και εκδήλωση των «χώρων», σε κάθε πορεία. 

Έτσι κάπως τους γνώρισε. Σε μια συναυλία στο πανεπιστήμιο. Αυτός ήταν στη διοργάνωση, πτώμα, ανυπομονούσε να τελειώσει η όλη φάση και να πάει για ύπνο. Αυτοί τρισευτυχισμένοι. Τον πλησίασαν με δέος, τον ρώτησαν για τους διοργανωτές. «Καλή φάση» του είπαν, «να κάνετε και άλλα τέτοια». Εντυπωσιάστηκαν από τις γνώσεις του για «το χώρο», ποιος είναι ποιος, ποιοι κάναν τη κατάληψη στο παλιό εργοστάσιο, τί έγινε σε εκείνη τη πορεία, γιατί αυτοί δεν μιλούν με τους άλλους. Ειδικά τα κορίτσια τον κοιτούσαν με βλέμμα λαμπερό από ενθουσιασμό. Κολακεύτηκε, άρχισε της αναλύσεις, σχεδόν κόμπαζε, και απαντούσε στις εκδηλώσεις θαυμασμού τους λέγοντας «σιγά το πράμα». Και όντως, σιγά το πράμα. Όποιος τριγυρνούσε λίγο καιρό στα στέκια μάθαινε όλα τα κουτσομπολιά. Δεν ήταν δα και τόσο πολλά. Αλλά ταυτόχρονα φούσκωνε από περηφάνια... έτσι δέχτηκε τη πρόσκλησή τους για το πάρτυ. 

Ήξερε ότι θα το μετανιώσει. Τί δουλειά είχε εκεί πέρα; αλλά για κάποιο περίεργο λόγο, σηκώθηκε και πήγε. Απέρριψε μάλιστα και μία πρόταση παλιού του φίλου. Άρπαξε μια μπουκάλα φτηνό κρασί και τράβηξε για το φοιτητικό σπίτι. Το γνώρισε αμέσως: φώτα και παράθυρα ανοικτά, και από μέσα ακουγόταν δυνατά το «should i stay or should i go» των Clash. Χαμογέλασε. Άραγε να ήταν σύμπτωση; Νευρικά χτύπησε το κουδούνι.

Το πάρτυ δεν ήταν και τόσο άσχημο, τα παιδιά τουλάχιστον περνούσαν πολύ ωραία. Κάθισε δίπλα στη βιβλιοθήκη, έκανε πως χάζευε τα βιβλία. Σιγά σιγά έγινε ένα με το πηγαδάκι που σχηματίστηκε στο πάτωμα του σαλονιού. Το κρασί έφερνε βόλτες. Κουβέντιαζαν για τα πάντα. Για την επανάσταση, τα στέκια της πόλης, τις σπουδές τους, τα όνειρά τους. Έτσι έφτασε η κουβέντα και στον Τσε, αλλά και σε άλλα είδωλα...

- «Ναι αλλά από αυτούς που ξέρετε προσωπικά ποιον θαυμάζετε; ποιου τη ζωή ζηλεύετε»; ρώτησε μία 2οετής φοιτήτρια αρχιτεκτονικής; «Εγώ για παράδειγμα γνώρισα ένα παιδί που είναι στο 7ο έτος, ο οποίος γύρισε όλη την Κίνα μόνος του, γνώρισε κάθε είδους κόσμο, κοιμήθηκε στην ύπαιθρο. Μια φορά μάλιστα του επιτέθηκαν για να τον ληστέψουν, αλλά τελικά κατάφερε και ολοκλήρωσε το ταξίδι του χωρίς πρόβλημα. Κράτησε για έξι μήνες. Τώρα θέλει να πάει λέει περπατώντας μέχρι την Ιερουσαλήμ!»

Γύρισε και κοίταξε το πρόσωπο που έλαμπε προσπαθώντας να κρύψει ένα μειδίαμα που διαγράφονταν στο πρόσωπό του. Όχι ότι δεν του άρεσαν τα πεπραγμένα του πολυτεχνίτη. Άλλωστε είχε και αυτός το μερίδιο του από περιπέτεια. Ένα καλοκαίρι γύρισε με οτοστοπ την Ευρώπη. Τί ταξίδι... για μια στιγμή αναπόλησε, αμέσως όμως το μειδίαμά του νίκησε: τώρα ήταν η ευκαιρία του να εντυπωσιάσει μια και καλή, να κάνει πάταγο. Αλλά κάτι μέσα του δεν έστεκε καλά, κοντοστάθηκε, κοίταξε προβληματισμένος, και τότε ένα νέο μειδίαμα ξεπήδησε στο πρόσωπό του, ένα μειδίαμα διαφορετικό, λίγο ειρωνικό, λίγο πικρό.

- «Εσύ δηλαδή ποιον θαυμάζεις;» ρώτησε η αρχιτεκτόνισα. Γαμώτο με είδαν, δαγκώθηκε αυτός.

- «Ναι εσύ ποιον θαυμάζεις; εγώ δε μπορώ να σκεφτώ κανέναν από γνωστούς και φίλους, μπορείτε εσείς;», είπε μία 1οετής φοιτήτρια νομικής, που τον κοίταζε επίμονα από το προηγούμενο βράδυ.
Σιωπή έπεσε στη παρέα. Για μια στιγμή κοντοστάθηκε, κοίταξε το πάτωμα. Πήρε μια βαθιά ανάσα, και μίλησε:
- «Τη γιαγιά μου».

Γέλιο ξέσπασε στο δωμάτιο. Δεν ήταν αστείο, αλλά το κρασί είχε κάνει τη δουλειά του. Αυτός χαμογέλασε μαζί με τους υπόλοιπους.

- «Γιατί τη γιαγιά σου;» ρώτησε επίμονα η ίδια φοιτήτρια νομικής, η οποία δεν είχε γελάσει καθόλου, μόνο τον κοίταζε απορώντας.

Παγιδεύτηκε, δαγκώθηκε, δεν περίμενε να δοθεί συνέχεια. Αλλά αφού το ξεκίνησε, έπρεπε να το τελειώσει:

- «Γιατί γεννήθηκε σε αγροτικό προσφυγοχώρι της Θράκης, από μάνα που μόλις ήρθε από τη Τουρκία. Ο μπαμπάς της πέθανε όταν ήταν μικρή. Δούλεψε τη γη για όλη της τη ζωή. Γέννησε 5 παιδιά, έχασε το ένα, σπούδασε κάποια από αυτά, και επέμεινε να σπουδάσουν όταν ο άνδρας της έλεγε ότι δεν έφταναν τα λεφτά, που όντως δεν έφταναν. Στα 65 της χρόνια, ο άνδρας της έπαθε εγκεφαλικό και τον φρόντιζε στο κρεβάτι για 10 χρόνια μέχρι αυτός τελικά να φύγει. Της έβγαλε το λάδι. Τον έκλαψε όμως πραγματικά. Αυτή τη γυναίκα θαυμάζω πιο πολύ. Ποτέ δε ξεχνά ούτε τη γιορτή, ούτε τα γενέθλιά μας η γιαγιά. Αν φεύγουμε ταξίδι πάντα παίρνει να ρωτήσει αν φτάσαμε καλά.Και όποτε τη συναντώ καθόμαστε και λέμε ιστορίες απ' τα παλιά, και για το πώς πέρασαν τα χρόνια, και πώς οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν».

Μια βαθιά βουβαμάρα έπεσε στο δωμάτιο. Ακόμη και το cd που έπαιζε είχε τελειώσει.Όσο μιλούσε, το γέλιο που είχε αρχικά προκαλέσει μετατράπηκε αργά σε προσήλωση, και τελικά τα χείλια δαγκώθηκαν. όλοι κοιτούσαν αλλού, μόνο η νομικάρια τον κοιτούσε επίμονα, διερευνητικά, σχεδόν θυμωμένα. 

- «Γεια μας» είπε τότε, και άξαφνα, λυτρωτικά, τα ποτήρια σηκώθηκαν, και η φασαρία ξανάρχισε. Τώρα ακουγόταν σ' όλη τη γειτονιά το τραγούδι των Ten Years After: I'd love to change the world, but i don't know what to do... so i'll leave it up to you...