Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2008

Η ανάρτηση υπό τον τίτλο τόπο στους νέους νο3 δημοσιεύθηκε στην ελευθεροτυπία στις 16.12.08, μάζί με άρθρο του καθηγητή Νομικής Αντώνη Μανιτάκη. Σε απάντηση ήλθε η παρακάτω δημοσίευση από τον καθηγητή Ιατρικής Γιώργο Ανωγειανάκι. Τον ευχαριστώ για την απάντηση και επιφυλάσσομαι να απαντήσω άμεσα στο μέλλον.

Ελεύθερο Βήμα


«Πιστέψτε πρώτ' απ' όλα στον εαυτό σας..»


Απάντηση στην επιστολή ενός ανώνυμου φοιτητή

Αγαπητέ Διονύση,

Είμαι πανεπιστημιακός, 60 χρόνων που έζησε τα καλύτερα χρόνια της ζωής του στην Αμερική του '60 και του '70. Πήγα εκεί όταν άρχιζε η εποχή των παιδιών των λουλουδιών και γύρισα στην Ελλάδα αφού είχε «ριζώσει» πια η δημοκρατία στον «τόπο» της. Θα ήθελα να απαντήσω σε μερικά θέματα που έθεσε ο γεροντίστικος λόγος σου, πιστεύοντας ότι ο αντίλογος αυτός θα τύχει της ίδιας εκδοτικής εύνοιας με το γράμμα σου, όπως αυτό μεταγράφηκε από τον Αντώνη Μανιτάκη.

Καημένε Διονύση, διατείνεσαι πως η κοινωνία και το πολιτικό μας σύστημα ξέπεσαν στη σημερινή τους κατάντια, στα «διαπλεκόμενα συμφέροντα, στη διάλυση του δημόσιου τομέα, στο πλιάτσικο των κερδοσκόπων και στην κρατική διαφθορά», αφού εγκατέλειψαν τον (αριστερό;) παράδεισο όπου βασίλευαν οι έννοιες της «κοινότητας και αλληλεγγύης»! Και πως ο όφις ο πονηρός δεν μπορεί να είναι άλλος από τον «καταναλωτικό λήθαργο» που μας έχει καταλάβει!

Ομως, Διονύση, πάντα στην ιστορία έτσι είχαν, έτσι έχουν και έτσι θα μένουν τα πράγματα: Η έννοια της βίας είναι σύμφυτη με την έννοια του κράτους. Γιατί η μόνη λογικοφανής αιτία για την ύπαρξη των κοινωνιών είναι το ότι κανένας δεν μπορεί να μένει ξύπνιος 24 ώρες το 24ωρο -άρα πάντα πρέπει να «τα βρίσκει» με κάποιον που θα «κρατάει τσίλιες» όσο αυτός κοιμάται!

Λυπάμαι Διονύση, αλλά δεν πείθομαι ότι τα λόγια σου, όπως μεταγράφηκαν, είναι αυθεντικά. Γιατί δεν πιστεύω ότι η νέα γενιά μπορεί να είναι ποτέ «τραγική φιγούρα» μόνο και μόνο γιατί ταυτίζει το νόημα της ζωής με «την καριέρα» και με το «να περνάμε καλά» αλλά και γιατί επιμένει πως «κινητά και αυτοκίνητα» αποτελούν το διαβατήριο για την κοινωνική ένταξη. Ετσι ήταν πάντοτε οι νέοι και έτσι πρέπει να είναι: να κάνουν μεγάλα, υλιστικά όνειρα για τη ζωή τους και να καταναλώνουν, επιζητώντας την καλοπέρασή τους! Δεν ξέρω τι είδους απωθημένα έχουν από τη ζωή τους όσοι μεταγράφουν τα λόγια σου -προφανώς γιατί δεν τα θέλουν να ακουστούν όπως εσύ τα λες με τους φίλους σου- αλλά, αν με ρωτήσεις, τα περί «κοινότητας και αλληλεγγύης» είναι μπούρδες. Ρώτησε πρώτα τους μεταγραφείς και διερμηνείς σου σχετικά με το «πόσους έριξαν» στη ζωή τους για να φτάσουν εκεί που είναι και τότε «θα σε λέω». Γιατί αν έστω και ένας από αυτούς έφτασε, εκεί που έφτασε στη ζωή του, τίμια, τότε τόσο η κοινωνία μας όσο και το πολιτικό μας σύστημα δουλεύουν και όλα τα υπόλοιπα είναι ανοησίες. Αν ισχύει αυτό που λες, ότι δηλαδή είναι «πολλαπλάσιος ο κόσμος που φοβήθηκε ή αρνήθηκε να κατεβεί στον δρόμο», άλλο τόσο ισχύει πως είναι πολύ περισσότεροι (από τον ένα που θα ισχυριστεί ότι ήταν απόλυτα τίμιος), αυτοί που στη ζωή τους έφτασαν, με τίμια μέσα, εκεί που βρίσκονται σήμερα.

Και κάτι άλλο ρε Διονύση. Τι σε έπιασε με τους μετανάστες συνομήλικούς σου που σωστά θεωρούν τα «κινητά και αυτοκίνητα» ως το διαβατήριό τους για την κοινωνική ένταξη; Και πώς θέλεις να «ανέβουν» κοινωνικά χωρίς μερικοί από αυτούς να πεθάνουν «στα σύνορα, στα γιαπιά ή στα αστυνομικά τμήματα». Για ρώτα και μερικούς δικούς μας που έχουν πάει μετανάστες-εργάτες να σου πουν τι σημαίνει ξενιτιά! Και μην απορήσεις όταν σου πουν ότι πάντα έτσι γίνεται με την πρώτη γενιά των μεταναστών. Αυτοί την πληρώνουν ώστε η δεύτερη αλλά, κυρίως, η τρίτη γενιά να ενσωματωθεί.

Διονύση. Μην αφήνεις κανένα να σε πείσει πως η πολιτικοποίηση είναι λύση. Η λύση είναι μόνο μία: να πιστέψεις στον εαυτό σου και να ψηφίζεις πάντα πρόσωπα και όχι κόμματα. Και πάνω απ' όλα να μην εμπιστεύεστε κανέναν που η ηλικία του ξεπερνάει τα 35. Ιδίως όταν δεν αφήνουν τα λόγια σου να ακουστούν ελεύθερα αλλά επιμένουν να τα μεταγράφουν ή και να μεταφράζουν. Και αν θες τη γνώμη μου (έστω και αν είμαι πάνω από 35) πρέπει να πολεμήσεις, πάντα εγωιστικά σκεπτόμενος, για λίγα, στοχευμένα μέτρα: Για να εξισωθούν τα όρια συνταξιοδότησης μεταξύ ανδρών και γυναικών προς τα κάτω. Για να συνταξιοδοτηθούν άμεσα όσοι είναι να συνταξιοδοτηθούν ύστερα από αυτό, έστω και αν οι συντάξεις τους είναι συντάξεις πείνας. Για να καταργηθούν οι κάθε είδους επετηρίδες και οι προαγωγές με βάση τη δήθεν εμπειρία. Και για να καταλάβουν οι νέοι τις θέσεις που θα αδειάσουν με βάση τα προσόντα τους και μόνο.

Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος σου και με μόνο γνώμονα αυτόν πρέπει να ψηφίσεις, πρόσωπα κάτω των 35 ετών και όχι κόμματα, στις ερχόμενες εκλογές. Αλλιώς, θα συμβεί αυτό που με τα μάτια μου είδα να συμβαίνει πριν από 40 σχεδόν χρόνια. Ο δικός μου Αλέξης ονομαζόταν James Rector. Σκοτώθηκε στο Berkeley, πυροβολημένος απευθείας από καραμπίνα με «γουρουνόσκαγια» τη «Μαύρη Πέμπτη» 15 Μαΐου 1969. Την ίδια μέρα έγιναν πάνω από 200 συλλήψεις και δεκάδες φοιτητές μπήκαν στο νοσοκομείο για νοσηλεία από τραύματα που τους προξένησε η αστυνομία... Ομως, τρία χρόνια αργότερα, όταν δίδασκα ως Teaching Assistant στο Univesity of Southern California, παρατήρησα ότι οι φοιτητές μου ήταν πολύ πιο συντηρητικοί απ' ό,τι ήμασταν εμείς... τους «κουκουλοφόρους» του Berkeley είχαν αρχίσει να τους διαδέχονται οι «συμμορίες της γειτονιάς», την αποστασιοποίηση από τους γονείς είχε διαδεχτεί μία συνειδητοποίηση πως «οι γονείς είχαν δίκιο»! Ετσι, τις προοδευτικές ελπίδες που είχαν ανατείλει με την εκλογή του προέδρου Kennedy το 1960, τις διαδέχτηκαν 28 χρόνια άκρως συντηρητικής διακυβέρνησης τα τελευταία 40 χρόνια.

Γιώργος Ανωγειανάκις καθηγητής Ιατρικής ΑΠΘ




ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 29/12/2008



Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.

http://www.enet.gr/online/online_hprint?q=%E4%E9%EF%ED%F5%F3%E7&a=&id=24966380

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2008

O Tocqueville για την εξέγερση





παραθέτω κομμάτια ρήσεων του Τοκβιλ για τις εξεγέρσεις σε δημοκρατικές κοινωνίες, όπως τα έγραψε κυρίως με βάση παρατηρήσεών του για την Αμερική και τη Γαλλία. Τα κομμάτια είναι από το βιβλίο του Νικόλα Σεβαστάκη "φιλόξενος μηδενισμός", τον οποίο και ευχαριστώ για την εμπνευση. Μπορεί η χρήση τους να είναι επιλεκτική, αλλά νομίζω ότι ο Γάλλος φιλόσοφος είναι ακόμη επίκαιρος...


...βλέπουμε να κυριαρχεί η ιδέα ότι η δημοκρατική εποχή κυοφορεί ένα είδος επίπλαστης ηρεμίας στην επιφάνεια μαζί με διάφορες θύελλες στο βάθος των πραγμάτων ή όπως συνηθίζει να υπογραμμίζει ο Τοκίλ, στα ήθη και στα αισθήματα. Μόλις δηλαδή διαφαίνεται μία κατάσταση πολιτικής παγίωσης και ένα κλίμα υγιούς ευστάθειας στη λειτουργία των θεσμών, ξεπροάλλει, απ΄΄ο το βάθος των πραγμάτων, απο τα υπόγεια της σφαίρας του κοινωνικού, η απειλη και η αταξία. Σαν και αυτήν λ.χ. που προέρχεται απο το ρίζωμα των κοινωνικών “δογμάτων” στην ψυχή και στην καρδιά των λαϊκών τάξεων. Όσο μαλιστα η πολιτική ειρήνευση μιας κοινωνίας συντελείται με κακούς όρους – διαφθοράς, ανικανότητας και επιπόλαιης αυταρέσκειας των κυβερνώντων και των ηγέτιδων τάξεων- τόσο αυξάνει και ο κίνδυνος της υποτροπής των πολιτικών σε κοινωνικα πάθη.

Αν... αναγνωρίζεται η αλλαγή του κώδικα που διέπει το συλλογικό πάθος, η στροφή από τις πολιτικές στις κοινωνικές επαναστάσεις και από τα ρήγματα επιφάνειας στις ανατροπές βάθους και ουσίας, παράλληλα εντοπίζεται κάτι αληθινά παράδοξο: μια ενίσχυση των κοινωνικών αναστατώσεων, η οποία όμως αφορά έναν νέο τύπο συλλογικής αφύπνισης, ένα είδος δηλαδή συλλογικής ενέργειας που λειτουργεί περισσότερο ως αντανάκλαση μιας κοινωνιολογικής και εξελικτικής αναγκαιότητας ή ως συμπύκνωση ενός μιμητικού τελετουργικού - μου φαινόταν πάντοτε ότι ασχολούμαστε με το να παίζουμε τη Γαλλική Επανάσταση παρά με το να τη συνεχίζουμε (Τοκβίλ για την εξέγερση του 1848). Ο Τοκβίλ λέει ουσιαστικά το εξής: ναι μεν μορφές συλλογικού πάθους θα διατηρούνται ή και θα αποκτήσουν ευρύτερο εκτόπισμα στις μελλοντικές δημοκρατικές κοινωνίες, αλλά θα πρόκειται κατά βάση για διατεταγμένες κοινωνικές κινήσεις από τις οποίες θα έχει κατά κάποιον τρόπο “αφαιρεθεί” τι πρωτογενώς συντακτικό πνεύμα.

Ο Τοκβίλ φαίνεται ... να πιστεύει ότι η κατίσχυση ενός συγκεκριμένου τύποθ κοινωνικής δυναμικής μπορεί να φιλοξενεί και μάλιστα να επιταχύνει το αντίθετό του: την όλο και πιο έντονη αδυναμία των υποκειμένων να μετασχηματίζουν το περιβάλλον τους στη βάση μιας πολιτικής εμπιστοσύνης στη δύναμή τους. Έτσι, η ανάδυση του “κοινωνικού” ως νέου προνομιακού πεδίου για την επένδυση συλλογικών και ιδιωτικών παθών δεν ισοδυναμεί με τη χειραφέτηση μιας αντίστοιχης πολιτικής υποκειμενικότητας, μιας νέας φανέρωσης του λαού. Η απελευθέρωση των ιδιαίτερων στοιχείων της κοινωνίας μπορεί αντίθετα να συνδυάζεται με τη μεγάλη ασθένεια των μοντέρνων καιρών: την έντονη παρακμή των δημόσιων αρετών. Μπορεί ... να γίνει το πεδίο υποκατάστασης του λαού – ως πολιτικής υποκειμενικότητας – από την κοινή γνώμη.

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2008

τόπο στους νέους νο 3... η εκδίκηση




Η σφαίρα που έφυγε από την κάνη του «εκπροσώπου του κράτους» δεν χτύπησε απευθείας τον Αλέξη. Εξοστρακίστηκε στο εκσυγχρονιστικό όραμα μιας κοινωνίας. Η πολιτική μίας σειράς κυβερνήσεων έπεσε θανάσιμα τραυματισμένη από τη κοινωνική και πολιτική διάλυση. Η ανασυγκρότηση του κράτους πνίγηκε στα διαπλεκόμενα συμφέροντα, στην διάλυση του δημόσιου τομέα, το πλιάτσικο των κερδοσκόπων και την κρατική διαφθορά. Η μεταρρύθμιση σκόνταψε στην εξυπηρέτηση των ημετέρων, την απαξίωση και εμπορευματοποίηση των συλλογικών αγαθών (παιδεία, υγεία). Την ίδια στιγμή, η κοινωνία παρακολουθεί ανήμπορη το άγριο ξύπνημά της από ένα καταναλωτικό λήθαργο μεγαλύτερο από αυτόν κάθε ευρωπαίου εταίρου. Ένα λήθαργο που διέλυσε κάθε έννοια κοινότητας και αλληλεγγύης, αντικαθιστώντας τις με έπιπλα και σκεύη, και που τώρα μετατρέπεται σε καρικατούρα από την κρίση ενός συστήματος που καταβροχθίζει τον εαυτό του.

Μέσα σ’ αυτό το κενό νοήματος, τραγική φιγούρα η νέα γενιά. Η απουσία κάθε προοπτικής αλλαγής την απομακρύνει όχι μόνο από τη πολιτική, αλλά και από κάθε ανάγκη για γνώση και αγώνα, και επομένως από κάθε δυνατότητα να πλάσει τη ζωή της. Το πρόβλημα της υλικής της επιβίωσης είναι μόνο η άκρη μίας πολιτισμικής αβύσσου, ενός κόσμου όπου δεν υπάρχει τίποτα για να αγωνιστείς, κανείς που να σε θεωρεί σύντροφο και να σε αναγνωρίζει ως αυτό που είσαι και μπορείς να γίνεις, ενός κόσμου που αντικαθιστά την ανύπαρκτη κοινότητα με αυτιστικές ομάδες υποκουλτούρας, το νόημα ζωής όχι με τη καριέρα, ούτε καν αυτό, αλλά με μία καταναλωτική υπο – επιβίωση, ένα μειδίαμα «να περνάμε καλά», πνιγμένο στη κατάθλιψη και τις εξαρτήσεις.

Την ίδια στιγμή που η ελληνική νεολαία αποστρέφει αηδιασμένη το βλέμμα της από το καταναλωτικό βόρβορο που η ίδια άφησε τον εαυτό της να κατρακυλήσει, και ενώ αδυνατεί να βρει τις αξίες που θα αποτελέσουν την έξοδο από τη κρίση, η νεολαία των μεταναστών χτυπά με βία τη πόρτα του ναού της «ευημερούσας» κοινωνίας μας που πεισματικά τους αφήνει απέξω. Τα παιδιά αυτά μεγαλώνουν σε μία no man’s land μεταξύ της χώρας προέλευσης που τους έδιωξε και υποδοχής που τους διώχνει. Προσπαθούν να συγχωνεύσουν συστήματα αξιών συχνά ασυμβίβαστα. Κινητά και αυτοκίνητα αποτελούν το διαβατήριό τους για τη χώρα της «κοινωνικής ένταξης», το μέσο απόκτησης αξίας σε μία χώρα που αδιαφορεί αν πεθαίνουν στα σύνορα, στα γιαπιά ή στα αστυνομικά τμήματα.

Αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές των τελευταίων γεγονότων. Οι γνωστές θεωρίες περί γνωστών – αγνώστων, προβοκάτσιας ή αναρχικών, αν και ενίοτε ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα, αδυνατούν να αντιληφθούν τί συμβαίνει, και προσπαθούν μάταια να κρυφτούν από τη πραγματικότητα που τις απειλεί. Οι εξεγέρσεις των ημερών έχουν σαφή κοινωνικά χαρακτηριστικά, όποιος και αν δίνει το παράδειγμα. Τα πρόσωπα πίσω από τις κουκούλες αυτή τη φορά είναι παιδικά. Προφανώς και δεν μιλούν για μια ολόκληρη κοινωνία, αλλά είναι αρκετός ο αριθμός και η άρνησή τους για να μας δημιουργούν άσχημα όνειρα. Αποτελούν μόνο την άκρη μιας μεγάλης σειράς άρνησης και οργής που μόνο ένας ανόητος «φιλισταίος» θα μπορούσε να τα προσπεράσει με τη ταμπέλα του κουκουλοφόρου. Αυτή τη φορά η καταδίκη της «βίας» δεν αρκεί για να κοιμίσει τους φόβους μας. Μία γενιά εξεγείρεται εναντίον του ίδιου του εαυτού της.


Η σφαίρα που κτύπησε τον Αλέξη έσπασε το απόστημα ενός πολιτικού πολιτισμού που σάπιζε από την κενότητα, τον κομφορμισμό, τη διαφθορά. Η αστυνομία αποδεικνύεται περίτρανα μία αυταρχική δημόσια υπηρεσία, που όπως πολλές άλλες, νομίζει ότι κυβερνάει τον τόπο, ότι μπορεί να κάνει ότι θέλει χωρίς να τιμωρείται. Και βέβαια, συνδικαλιστές, πολιτικοί και δικαστές φρόντισαν να της μάθουν ότι έχει δίκιο. Όμως όταν ένα σύστημα αποφασίζει να καλύπτει το κάθε σκουπίδι του, ώστε να μην εκτεθεί στο παραμικρό, στο τέλος παρασύρεται στο σύνολό του. Ένας παρανοϊκός μπάτσος ήταν αρκετός να γκρεμίζει από το ήδη σαθρό βάθρο του ένα ολόκληρο πολιτικό οικοδόμημα που παρασιτεί πάνω στη κοινωνία με τη διαφθορά του, τις πελατειακές σχέσεις και την υποταγή σε λίγα παχιά πορτοφόλια. Και ο βασιλιάς πλέον είναι γυμνός. Οι γλάστρες στα κεφάλια των ματ είναι το χώμα που καλύπτει το σύνολο του πολιτικού μας κόσμου, από το δεξιότερο νεοφιλελευθερισμό και συντηρητισμό (!) μέχρι τον αριστερότερο οπορτουνισμό και αερολογία. Το κενό εξουσίας είναι ολοφάνερο. Η κοινωνία έχει απονομιμοποιήσει τους κυβερνήτες της.

Όμως η κοινωνία αδυνατεί να εκφραστεί στις μαζικές κατά τ’ άλλα διαδηλώσεις, με τον ίδιο τρόπο που ασφυκτιά από την υπόλοιπη πολιτική. Είναι πολλαπλάσιος ο κόσμος που φοβήθηκε ή αρνήθηκε να κατέβει στο δρόμο, παρόλο που η καρδιά του ήταν δίπλα στον Αλέξη. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών που δυσφορούν με τη κατάσταση αδυνατεί να ακολουθήσει το ατελείωτο ποτάμι βίας που έχει ξεσπάσει. Αντιθέτως, η βία αυτή, που έχει σιωπηρά ενθαρρυνθεί από την αστυνομία και ρητά σχεδόν από την ηγεσία της (βλ δηλώσεις Παυλόπουλου) οδηγεί τους διαδηλωτές όλο και μακρύτερα από τη κοινωνία. Το αίτημα για τάξη και ασφάλεια δεν αποτελεί γέννημα ούτε της κυβέρνησης ούτε των δημοσιογράφων, αλλά των έντρομων πολιτών που νιώθουν να πνίγονται ανάμεσα σε ένα ανίκανο κράτος και ένα «σερνάμενο χάος». Και βέβαια η απομόνωση του κινήματος θα σημάνει όχι μόνο τον θάνατό του, αλλά και τον θάνατο μαζί του όλων αυτών των σημαντικών αιτημάτων που δεν ακούγονται από το θόρυβο των δακρυγόνων και των μολότοφ: τη ριζική αναδιοργάνωση της αστυνομίας, την ανασύσταση και αναζωογόνηση της δημόσιας σφαίρας, την υπεράσπιση των συλλογικών αγαθών και αξιών μίας κοινωνίας, την ενθάρρυνση της δημιουργίας ενός κόσμου για τη νέα γενιά από την ίδια και η θωράκιση του κόσμου αυτού. Η ανάγκη δηλαδή δημιουργίας από την ίδια τη κοινωνία, και όχι η θεσμοθέτηση μέσω κάποιου νόμου, ενός νέου πολιτισμού, μίας νέας πολιτικής της αξιοπρέπειας, της αλληλεγγύης, της συλλογικής ζωής, μίας ζωής με και για τους συνανθρώπους μας, και όχι δίπλα στα εμπορεύματά μας. Μιας ζωής συμμετοχής και συλλογικής υπευθυνότητας για αυτό που κάνουμε (είτε μιλάμε για φοιτητές και εργαζόμενους, είτε για δικαστές και αστυνομικούς). Και βέβαια η γέννηση μίας νέας κοινωνικής και πολιτικής ηθικής, αντίθετης στο φιλελεύθερο αγοραίο ατομισμό, αλλά και ξένης με το μηδενισμό.

Η ευκαιρία είναι μπροστά μας. Το σύστημα δεν μπορεί να διατηρηθεί για πολύ ακόμη. Η νομιμοποίησή του έχει πάψει. Ο μηδενισμός όμως δεν μπορεί να αντικαταστήσει τίποτα, όσο σάπιο και αν είναι. Ας γεμίσουμε λοιπό το κενό με θετικά νοήματα και αξίες, πριν μας προλάβουν άλλοι.

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2008

Για την οικονομία της αγοράς





αποσπάσματα από τη περίληψη μου του βιβλίου του Karl Polanyi "Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός", βιβλίο που γράφτηκε για την οικονομία της αγοράς μετά τη κατάρρευσή της και τον Β' ΠΠ, αλλά τόσο επίκαιρο...


Οικονομία της αγοράς είναι το σύστημα αυτό, όπου η αξία των προϊόντων αλλά και των στοιχείων της παραγωγής ρυθμίζεται από την αγορά. Πέρα από τα προϊόντα και τα αγαθά που συνήθως διακινούνται στην αγορά, και αυτή η ανθρώπινη εργασία, η γη αλλά και η αξία του νομίσματος καθίστανται εμπορεύσιμα στοιχεία, η τιμή των οποίων καθορίζεται από τους κανόνες της αγοράς, της ζήτησης και της προσφοράς σε έναν κόσμο ελεύθερα συναλλασσόμενων ατόμων. Το σύστημα αυτό είναι αυτορυθμιζόμενο, καθώς ορίζει μόνο του, χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις, την αξία των στοιχείων του. Η εδραίωση ενός τέτοιου μηχανισμού βασίστηκε στην ακλόνητη πίστη ότι ο άνθρωπος δρα με βάση το ατομικό του συμφέρον και με ορθολογικό τρόπο, ελαχιστοποιώντας τον κόπο για την επίτευξη του μέγιστου δυνατού αποτελέσματος. Η «τάση» αυτή ακριβώς του ανθρώπου τον οδηγεί να συναλλάσσεται με τους συνανθρώπους του, σε ένα απέραντο δίκτυο συμφεροντολογικών μονάδων, η δράση των οποίων θα εξασφαλίσει αθροιστικά την μέγιστη ωφέλεια για όλους. Το άθροισμα λοιπόν των ατομικών συμφερόντων αυτού του Οικονομικού Ανθρώπου θα είχε ως αποτέλεσμα το καλό του συνόλου. Ο δε χώρος των συναλλαγών αυτών είναι φυσικά η αγορά. Οι άνθρωποι λοιπόν, σύμφωνα με την παραπάνω αφήγηση, έχουν τη φυσική κλίση να δημιουργούν αγορές και να συναλλάσσονται μεταξύ τους. Μία κοινωνία λοιπόν που θα άφηνε τους ανθρώπους ελεύθερους να λειτουργήσουν με βάση το ατομικό τους συμφέρον σε μία ελεύθερη και αυτορυθμιζόμενη αγορά, θα ήταν μία κοινωνία ευημερούσα και ειρηνική.

Η πεποίθηση αυτή, την οποία ενστερνίζονταν οι φιλελεύθεροι κλασσικοί οικονομολόγοι, θεμελίωσε μία νέα πίστη για τη φύση του ανθρώπου, επάνω σε απόλυτα υλιστικά κριτήρια. Η πίστη αυτή όμως παραγνώριζε την ανθρώπινη φύση, και της έδινε, με μία επιλεκτική ερμηνεία της ιστορίας που χαρακτήριζε αναδρομικά πλήθος κοινωνικών συμπεριφορών ως αγοραίες, τα χαρακτηριστικά που η ίδια επέλεξε να της δώσει. Στη πραγματικότητα, τα κίνητρα του ανθρώπου δεν είναι ποτέ οικονομικά, ή μόνο οικονομικά. Ο άνθρωπος προσπαθεί σε κάθε κοινωνία που ζει να εξασφαλίσει την καλύτερη δυνατή κοινωνική θέση, να απολαύσει της μεγαλύτερης αναγνώρισης από τους γύρω του. Και η δράση του δεν κινούνταν ποτέ μόνο από το κέρδος, αλλά και από σειρά άλλων επιθυμιών. Πριν την εποχή μας, η οικονομία δεν ελέγχονταν από τις αγορές, αλλά μάλλον υποτάσσονταν στις κοινωνικές σχέσεις. Το οικονομικό σύστημα αποτελούσε μία μόνο λειτουργία της κοινωνικής οργάνωσης. Ακόμη και η κατοχή υλικών αγαθών ήταν εργαλείο για κοινωνικές σκοπιμότητες, και δεν αποτελούσε αξία καθ’ αυτή. Η παραγωγή γινόταν με σκοπό την κάλυψη των αναγκών και όχι την επιδίωξη κέρδους. Ακόμη και η ίδια η συσσώρευση, όταν δεν λάμβανε χώρα για καθαρούς λόγους συντήρησης, γινόταν για κοινωνικούς λόγους, καθώς η κατοχή αγαθών έδινε και ανώτερη κοινωνική θέση στον κάτοχο, ο οποίος όμως δεν συσσώρευε τα αγαθά αυτά, αλλά τα δώριζε ή ακόμη τα κατέστρεφε, σε μία διαδικασία επίδειξης της δύναμής του. Οι κοινωνίες πριν τη δική μας δεν ήταν κοινωνίες του κέρδους και της συσσώρευσης, αλλά κοινωνίες της συντήρησης, όπου όλοι κατανάλωναν όσα είχαν. Κεντρικοί θεσμοί σε τέτοιες κοινωνίες ήταν διάφορα συστήματα αναδιανομής, που εξυπηρετούσαν στο μοίρασμα των αγαθών, συνήθως μεταξύ της οικογένειας ή και σε επίπεδο φυλής, και συστήματα αμοιβαιότητας, για την ανταλλαγή των αγαθών μεταξύ φυλών, οικογενειών ή ατόμων. Τα συστήματα αυτά εφαρμόζονται χωρίς ιδιαίτερη γραφειοκρατία με βάση τους θεσμούς της συμμετρίας, όπου κάθε κοινότητα και άτομο έχουν τους ομολόγους τους στην ανταλλαγή, και της κεντρικότητας, σύμφωνα με την οποία τα αγαθά παραδίδονταν στον αρχηγό και στη συνέχεια διανέμονταν στη φυλή.

Η οικονομία της αγοράς αποτελεί ένα σύστημα που ελέγχεται αποκλειστικά από τις αγορές. Η ζήτηση, η προσφορά, εξαρτώνται από τις τιμές της αγοράς. « Η αυτορύθμιση συνεπάγεται ότι ολόκληρη η παραγωγή προσφέρεται προς πώληση στην αγορά ως εμπόρευμα, και ότι όλα τα εισοδήματα πηγάζουν από τέτοιες πωλήσεις. Συνεπώς υπάρχουν αγορές για όλα τα στοιχεία της βιομηχανίας». Αυτό που πριν αποτελούσε την εργασία, τη γη και το χρήμα, εμπορευματοποιείται και πωλείται στην αγορά, λαμβάνοντας ως αντιπαροχή το μισθό, τη πρόσοδο, και τους τόκους αντίστοιχα. Η γη όμως, η εργασία και το χρήμα μόνο πλασματικά καθίστανται εμπορεύματα. Στη πραγματικότητα η εργασία είναι η ίδια η ανθρώπινη ζωή και η γη μέρος της φύσης,. Η μεταχείριση τους ως εμπορεύματα δε μπορεί παρά να έχει καταστροφικές συνέπειες για τη ζωή των ανθρώπων και το περιβάλλον. Η διακύμανση δε της τιμής του χρήματος σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αγοράς θα απέβαινε καταστροφική όχι μόνο για τους απλούς ανθρώπους, αλλά και για τις επιχειρήσεις, που δε θα μπορούσαν να αντέξουν τις απότομες αλλαγές. Για να λειτουργήσει όμως η αυτορυθμιζόμενη αγορά, πρέπει κανένα μέτρο να μην εμποδίσει το μετασχηματισμό αυτό.

Αν και οι φιλελεύθεροι ισχυρίζονται ότι το σύστημα κατέρρευσε επειδή νοθεύτηκε, πράγμα που έγινε λόγω έλλειψης υπομονής και διορατικότητας, και μέσω αντιφιλελεύθερων συνομωσιών και ιδεολογιών, ο Polanyi υποστηρίζει ότι «η στροφή προς τον εθνικό και κοινωνικό προστατευτισμό προήλθε αυθόρμητα από την ανάδειξη των αδυναμιών και των κινδύνων που ήταν εγγενείς στο σύστημα της αυτορυθμιζόμενης αγοράς. Βεβαίως στη συνέχεια τα υπάρχοντα συμφέροντα συγκρούστηκαν ή συνάψανε συμμαχίες. Η τάση όμως αυτοπροστασίας της κοινωνίας από τη λαίλαπα της ελεύθερης αγοράς ήταν αυθόρμητη και εκφράστηκε από ευρύτατα κοινωνικά στρώματα. Από το 1870 και μετά, χωρίς καν να προκύψει αλλαγή στις αντιλήψεις των κυριάρχων, από ποικίλες και όχι απαραίτητα αντιφιλελεύθερες πολιτικές συνιστώσες, λήφθηκαν ένα σωρό αντιφιλελεύθερα, «κολεκτιβιστικά» μέτρα, αποζημιώσεις, κοινωφελείς υπηρεσίες, επιδόματα κλπ. Όλα αυτά προέκυψαν ως πραγματιστική αντανακλαστική αντίδραση σε ένα ανεπαρκές σύστημα.

Ο πολιτισμός του 19ου αιώνα καταστράφηκε μαζί με την αγορά. Χρειάστηκαν βέβαια δύο μεγάλοι πόλεμοι για να ολοκληρωθεί ο μετασχηματισμός, αλλά στο τέλος δεν είχε μείνει τίποτα από το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Ένας νέος κόσμος γεννιόταν. Βασικά χαρακτηριστικά του 19ου αιώνα ήταν μία άναρχη εθνική κυριαρχία. Εθνική γιατί τα κράτη καθόριζαν τη κοινωνική και νομισματική πολιτική στο εσωτερικό τους. Και άναρχη γιατί στην φιλελεύθερη αφήγηση τα κράτη δεν αποτελούσαν δρώντα υποκείμενα. Υπήρχε μόνο μια παγκόσμια αγορά και τα άτομα. Την ίδια στιγμή η λογική αυτή, καθώς και η ανάγκη διατήρησης του κανόνα του χρυσού οδηγούσε σε παρέμβαση στις υποθέσεις τρίτων χωρών. Με το τέλος της οικονομίας της αγοράς, έγινε ένα πέρασμα σε ένα σύστημα αυτόνομης εθνικής ανάπτυξης, ενώ την ίδια στιγμή οι κυβερνήσεις προσπάθησαν να εγκαθιδρύσουν ένα σύστημα οικονομικής συνεργασίας. Κάθε χώρα θα μπορεί να ρυθμίσει την αγορά της, μέσω της πολιτικής, και με αυτούς τους όρους να συνεργαστεί και με άλλες χώρες. Η οικονομία χάνει την αυτονομία της και υποτάσσεται ξανά στη κοινωνία και την πολιτική. Γίνονται έτσι απαραίτητες όλες εκείνες οι παρεμβάσεις που θα προστατεύσουν τα μέλη της κοινωνίας και θα τους παράσχουν την απαραίτητη αλλά και εφικτή για τη βιομηχανική εποχή ευημερία και πρόοδο.Αυτές οι παρεμβάσεις πρέπει όμως να μη στερούν την ελευθερία από κανέναν. Τα ατομικά δικαιώματα πρέπει να γίνουν σεβαστά. Αντίθετα, η κρατική παρέμβαση έχει στόχο να περιορίσει την ελευθερία των προνομιούχων μόνο όσο απαιτείται για να απολαύσει το σύνολο της κοινωνίας την ίδια ελευθερία. Η ουτοπία μίας κοινωνίας χωρίς εξουσία και πολιτική παρέμβαση καταλήγει είτε στην αποτυχημένη και ασυνεπή με την πίστη της αυτή φιλελεύθερη αντίληψη, είτε στην απόλυτη άρνησή της, το φασισμό. Το ιδανικό βρίσκεται στη μέση, στο σοσιαλισμό, κατά τον συγγραφέα. Ο τελευταίος είναι σε θέση να διανείμει τα αγαθά και να επιτρέψει την ελευθερία με δημοκρατικούς όρους, χωρίς κατάφωρη παραβίαση των ατομικών δικαιωμάτων κανενός. Αλλά οφείλουμε να αποδεχτούμε την πρωταρχικότητα της πολιτικής για το σκοπό αυτό.

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2008

Ένα τραγούδι για τη πόλη




As a sleeper in metropolis
You are insignificance
Dreams become entangled in the system

Environment moves over the sleeper
Conditioned air
Conditions sedated breathing
The sensation of viscose sheets on naked flesh
Soft and warm
But lonesome in the blackened ocean of night

Confined in the helpless safety of desires and dreams
We fight our insignificance
The harder we fight
The higher the wall

Outside the cancerous city spreads
Like an illness
It's symptoms
In cars that cruise to inevitable destinations
Tailed by the silent spotlights
Of society created paranoia

No alternative could grow
Where love cannot take root
No shadows will replace
The warmth of your contact

Love is dead in metropolis
All contact through glove or partition
What a waste
The City -
A wasting disease

Ρασπούτιν





Ο κύριος της εικόνας κατάφερε, πολλά χρόνια πριν, χρησιμοποιώντας το μυαλό του, την αμάθεια των συγχρόνων του, λίγα γιατροσόφια και την ιδιότητά του ως μοναχός, να αποκτήσει τεράστια εξουσία στη ρώσικη αυλή. Αφού κατάφερε να βελτιώσει την υγεία του γιου του τσάρου Νικόλαου, Αλέξιου, έκανε την τσαρική οικογένια να πιστέψει ότι η ζωή του παιδιού τους εξαρτούνταν από αυτόν. Χρησιμοποίησε την τεράστια εξουσία του με πολύ κυνικό τρόπο. Μέχρι το 1911 η συμπεριφορά του είχε πάρει διαστάσεις σκανδάλου και οι ερωτικές ιστορίες για τον ακόλαστο αυτό «καλόγερο» ήταν στα χείλη όλων.

Θεωρείται ότι συνέβαλε στη δυσφήμιση της τσαρικής κυβέρνησης, οδηγώνας το 1917 στη πτώση της δυναστίας των Ρομανοφ. Σύγχρονες απόψεις τον βλέπουν ως άγιο, μυστικιστή, θεραπευτή, οραματιστή και προφήτη, ενώ από την άλλη σαν υποκριτικό τσαρλατάνο.

Το τέλος της κυριαρχίας του έφτασε αφού τα σκάνδαλα δεν είχαν τελείωμό. Δολοφονήθηκε από συγγενικά πρόσωπα του Τσάρου...

...Τώρα εμένα τί μουρθε και γράφω για τον Ρασπούτιν;

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008

SALONICOPOLY



www.salonicopoly.gr
www.piratesalonica.gr