Παρασκευή 23 Μαΐου 2008

hey, wait, this ain't (even) 68


όχι ότι μας περισσεύει το πάθος και η όρεξη

όχι πως τη ζωή μας θα θυσιάζαμε

μα δεν είναι κρίμα

που δεν ζούμε

σε επαναστατικούς καιρούς
για τίποτα σήμερα δε μπορείς να φωνάξεις

όχι πως απαγορεύεται

αλλά είναι

πως να το πω

αντιαισθητικό

και όλα είναι


τόσο κοινά και προβλέψιμα


δεν υπάρχουν ήρωες


να μας οδηγήσουν


και το να χορεύεις στο δρόμο φαντάζει


τόσο γραφικό


δεν είναι κρίμα


τον τόσο νεανικό ενθουσιασμό μας


να χαραμίζουμε


πόσο τυχεροί οι νέοι του 1968


που είχαν σε κάτι να πιστεύουν


και ας τους σκότωσε


σήμερα η πίστη είναι ντεμοντέ


δεν είναι κρίμα να μην έχουμε τίποτα


ούτε καν το γλυκό ψέμα του 1968


μπορεί να μην τα καταφέρναμε


δε μας περισσεύει δα και η φλόγα


όμως δεν είναι κρίμα


που τα χρόνια της νιότης μας φεύγουν

χωρίς την τραγικότητα της εξέγερσης;

Πέμπτη 22 Μαΐου 2008

Πόσο συμμετέχουμε;


ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΣΕ 5.700 ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ

Οι Ελληνες απέχουν από τα κοινά

Του ΣΠ. ΣΤΑΜΟΥ

Μακριά από τις κοινωνικές οργανώσεις ζει η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων και ιδιαίτερα οι νέοι και οι φτωχοί. Απειροελάχιστη είναι η συμμετοχή στα πολιτικά κόμματα, στα εργατικά σωματεία, στις συνδικαλιστικές οργανώσεις αλλά και στις ψυχαγωγικές ομάδες και στις φιλανθρωπικές οργανώσεις.

Υψηλότερη εμφανίζεται η συμμετοχή σε θρησκευτικές ή εκκλησιαστικές οργανώσεις. Σύμφωνα με έρευνα της Στατιστικής Υπηρεσίας, η συμμετοχή πολιτών σε διάφορες δραστηριότητες οργανώσεων κυμαίνεται από 5% μέχρι 8% και μόνο στις θρησκευτικές οργανώσεις φτάνει σε 29,1%.

Συγκεκριμένα:

* Η συμμετοχή του φτωχού πληθυσμού σε πολιτικά κόμματα, συνδικάτα είναι 2,3% και των μη φτωχών είναι 5,7%.

* Στις επαγγελματικές οργανώσεις (δικηγορικός, ιατρικός σύλλογος, επιμελητήρια κ.ά.) η συμμετοχή των φτωχών είναι 2,3% και των μη φτωχών 6,9%.

* Στις θρησκευτικές ή εκκλησιαστικές οργανώσεις η συμμετοχή των φτωχών είναι 31,5% και των μη φτωχών 28,5%.

* Στις ψυχαγωγικές ομάδες η συμμετοχή των φτωχών είναι 4,8% και των μη φτωχών 9,1%.

Η έρευνα αφορούσε τις συνθήκες διαβίωσης κατά το έτος 2006 και διενεργήθηκε σε δείγμα 5.700 νοικοκυριών και σε 12.151 μέλη. *

από την Ελευθεροτυπία


Τα παραπάνω πρέπει να ληφθούν πολύ σοβαρά υπόψη από όλους μας, και ιδιαίτερα σε εκείνους που εκδηλώνουν τη πίστη τους στη "κινητοποιό δύναμη του λαού", ή στην άμεση δημοκρατία και την αυτοοργάνωση. Οι έλληνες όχι μόνο απέχουν, αλλά απέχουν ιδιαίτερα οι φτωχότεροι. Η μόνη "οργάνωση" που καταφέρνει να κινητοποιήσει κόσμο, και μάλιστα τα κατώτερα στρώματα είναι η εκκλησία. Βέβαια κάποιοι θα βιαστούν να μιλήσουν, με υπόρρητο αλλά καταφανή ελιτισμό για την αμάθεια και το συντηρητισμό των μαζών, την πλάνη της θρησκείας κλπ. Εγώ να ρωτήσω: η πολιτική δηλαδή έχει προσφέρει καλύτερες απαντήσεις στο υπαρξιακό και κοινωνικό ζήτημα, ώστε να αξίζει της μεγαλύτερης εμπιστοσύνης; Επίσης, αν η θρησκεία καταφέρνει και αγγίζει τις μάζες περισσότερο, και οι μάζες ξέρουν τα προβλήματά τους, μήπως αυτό δεν είναι πρόβλημα της θρησκείας αλλά της πολιτικής; Και μήπως αυτή η συμμετοχή στην εκκλησία δεν στερείται κοινωνικών και πολιτικών προεκτάσεων; Πάντως ότι και να πει κανείς, μάλλον αν θελουμε να ξαναμιλησουμε για κοινωνική κινητοποίηση, πέρα από τις παπαριές των συνδικάτων, των κομμάτων κλπ. θα πρέπει να λάβουμε πολύ σοβαρά υπόψη και την εκκλησία, ή τουλάχιστον το θρησκευτικό συναίσθημα. Αλλά βέβαια αυτά τα έχουμε εγκαταλείψει (και άρα εχουν εγκαταλειφθεί) στη δεξιά, στη συντήρηση, στο μεσαίωνα. H αριστερά, με εξαίρεση το αρτηριοσκληρωτικό ΚΚΕ δεν έχει πλέον τίποτα να πει στα λαϊκά στρώματα. έχει ταυτιστεί με τις ελίτ, έστω τις πιο προοδευτικές και κοινωνικά ευαίσθητες, ή τους πιο αξιόλογους διανοούμενος. Στερείται έτσι και κάθε επαφής αλλά και γνώσης της ζωής αυτών των ανθρώπων. Δεν τους ξέρει και δεν τη ξέρουν. Τους θεωρεί αμαθείς, εθνικιστές, συντηρητικούς, ή τους αντιμετωπίζει ως φολκλόρ. Αυτός είναι ο δικός μας μεταμοντέρνος "προοδευτικός" μεσαίωνας...

Κυριακή 18 Μαΐου 2008

Για τη γενιά των 700 ευρώ και λοιπούς "στερημένους"


Μία κυνική, μικροαστικού τύπου αγανάκτηση με καταλαμβάνει κάθε φορά που ακούω, κυρίως από την αριστερά, όλη αυτή τη ρητορική περί γενιάς 700 €, για τα λεφτά που δικαιούμαστε και πώς αξίζουμε πιο πολλά, για τα 1500 και άνω ευρώ που πρέπει να παίρνουν οι νέοι εργαζόμενοι αλλά και οι μεγαλύτεροι... Νιώθω μια απέχθεια για όλη αυτή την "αμοιβολογία" που διεκδικεί συνεχώς όλο και μεγαλύτερη πρόσβαση στα αγαθά...




Όχι δεν θεωρώ ότι παίρνουμε όσα μας άξίζουν. Οι μισθοί είναι κλοπή. Η εκμετάλλευση εμφανέστατη. Υπάρχουν οικογένειες και συνταξιούχοι που δε βγαίνουν με τίποτα... ο μισθός και η σύνταξη τελειώνουν πριν το μήνα.





Αυτό που με εκνευρίζει, ιδιαίτερα σε όσα αφορούν τους νέους, είναι ότι αυτή η κριτική σταματάει στη διεκδίκηση περισσότερων χρημάτων, χωρίς να αγγίζει καθόλου τη κριτική στο μοντέλο παραγωγής, και στον τρόπο ζωής μας, σε όσα δηλαδή καταναλώνουμε. Στο τί τα θέλουμε τα λεφτά.





Ρίξτε μια ματιά στον τρόπο που ζει κυρίως η νεολαία και τα μεσοστρώματα για να καταλάβετε τί εννοώ. Τα περισσότερα λεφτά που αυτά τα κομμάτια θα έπαιρναν θα τα έκαναν αυτοκίνητα, εξοχικά, κινητά, ρούχα, μπουζούκια, ταξιδάκια... Διεκδικείται δηλαδή ένα μοντέλο ζωής όχι μόνο επιφανειακό, άσκοπο και χυδαία επιδεικτικό, αλλά και που είναι αδύνατον να είναι δημοκρατικό και καθολικό. Αν όλη η υφήλιος ζούσε με αυτούς τους όρους, η επιβάρυνση για τον πλανήτη θα ήταν αβάστακτη. Ήδη είναι. Ένας τέτοιος τρόπος ζωής λοιπόν πρέπει να αναγνωρίσει ότι είτε θα καταστρέψει τα πάντα για να γενικευθεί, ή θα επιφυλάσσεται σε μία προνομιούχα μερίδα του πληθυσμού. Στους ευκατάστατους παχουλούς δυτικούς και την παγκόσμια ελίτ.





Λεφτά λοιπόν γιατί; Ναί, όλοι πρέπει να έχουν καλή τροφή και στέγη. Όλοι πρέπει να μορφώνονται και να καλλιεργούνται σαν ανθρώπινα όντα. Όλοι δικαιούμστε μια αξιοπρεπή εργασία και ζωή. Αλλά δεν είναι δυνατόν όλοι να έχουμε 2 σπίτια, 2 αυτόκίνητα, 3 κινητά... ή θα παραδεχθούμε ότι θα τα έχουμε στο σβέρκο κάποιων άλλων και εις βαρος του περιβάλλοντος, ή θα πρέπει ν' αλλάξουμε μοντέλο...




Όταν λοιπόν μια αριστερά δίνει έμφαση μόνο στις όντως κακές και κακοπληρωμένες συνθήκες εργασίας των νέων, αποφοιτων κυρίως πανεπιστημίου, αφενός αορατοποιεί ένα κομμάτι του πληθυσμού που δεν διαθέτει τα απαραίτητα για μια αξιοπρεπή ζωή, αφετέρου ενθαρρύνει για τους έχοντες τη συμμετοχή στο καταναλωτικό όνειρο, το οποίο αφήνει στο απυρόβλητο.

Άλλωστε αυτό ακριβώς το μοντέλο που υπόσχεται και παρέχει σωρεία άχρηστων αγαθών στον καθένα απο εμάς, διέλυσε και όποιες αξιοπρεπείς μορφές συνεργασίας και αλληλεγγύης διέθεταν οι μη προνομιούχοι για να ζήσουν αξιοπρεπώς. Άν λοιπόν θέλουμε ν' αλλάξει κάτι πρεπει να ξαναμιλήσουμε για κοινότητα, για άξίες και τρόπο ζωής, για τή μικρότερη παραγωγή και λιγότερα αγαθά, προσβάσιμα σε όλους. Η κοινότητα των ανθρώπων μπορεί να εξασφαλίσει μια δικαιότερη κατανομή και μια αξιοπρεπή ζωή, που δεν μεταφράζεται σε ένα πλήθος προϊόντων και ανέσεων για τον καθένα

Να μιλήσουμε για όσα δικαιούμαστε, αλλά και για όσα δεν δικαιούμαστε.

Δευτέρα 5 Μαΐου 2008

32 χρόνια από το θάνατο του Αλέκου Παναγούλη

32 χρόνια από το θάνατο του "πολιτικού εγκληματία" Παναγούλη. Ένα παράδειγμα αγωνιστικότητας και αυτοθυσίας, που μάλλον ξεχάστηκε μαζί με αυτά για τα οποία αγωνίστηκε. Σήμερα, που οπωσδήποτε δεν έχουμε χούντα, αλλά ούτε δημοκρατία, όποιος σηκώνει κεφάλι είναι τρομοκράτης. Σήμερα, που ξεχνάμε αυτούς που πήραν τον πολιτικό αγώνα στα σοβαρά.

Όσο υπάρχει αγώνας, θα είσαι ζωντανός Αλέκο






Τη μνήμη του συμβόλου της αντιδικτατορικής αντίστασης Αλέκου Παναγούλη τίμησαν, 32 χρόνια από το θάνατό του, με επιμνημόσυνη δέηση, το μεσημέρι της Κυριακής στο Α' Νεκροταφείο, συγγενείς, συναγωνιστές και φίλοι. Σαράντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Γ.Παπαδόπουλου και την καταδίκη του.

Σχολιάζοντας την περιορισμένη παρουσία του κοινού στο μνημόσυνο, ο Γιώργος Μωράκης, δεσμοφύλακάς του Αλ.Παναγούλη στις στρατιωτικές φυλακές Μπογιατίου, από όπου τον βοήθησε να δραπετεύσει, απέδωσε ευθύνες στις κυβερνήσεις από το 1974 και μετά, δηλώνοντας ότι «είναι ατυχία για το λαό και κυρίως τη νεολαία που δεν υπάρχει σήμερα αυτό το ίνδαλμα, το οποίο έχει τόση ανάγκη ο τόπος».

«Αστέρι λαμπρό» χαρακτήρισε τον Αλ.Παναγούλη ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Ανδρέας Λοβέρδος, σημειώνοντας ότι είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε τους ήρωες της Δημοκρατίας. Ανάλογες δηλώσεις έκαναν ο βουλευτής του ΛΑΟΣ Κ.Αϊβαλιώτης, τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ Π.Κρητικός, Α.Καρράς και του ΣΥΝ Π.Τριγάζης.

40 χρόνια από την απόπειρα

Φέτος συμπληρώνονται 40 χρόνια από την -αποτυχημένη- απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Γ.Παπαδόπουλου στις 13 Αυγούστου 1968, στη Βάρκιζα και από την καταδίκη του Αλέκου Παναγούλη.

Στις 3 Νοεμβρίου 1968 ο Αλ.Παναγούλης δικάζεται από το Στρατοδικείο και στις 17 Νοεμβρίου του ίδιου έτους καταδικάζεται εις θάνατον, μαζί με άλλα μέλη της «Εθνικής Αντίστασης».

Μεταφέρεται στην Αίγινα για την εκτέλεση η οποία όμως ματαιώθηκε χάρη στις πιέσεις της διεθνούς κοινότητας. Στις 25 Νοεμβρίου του ίδιου έτους μεταφέρθηκε από την Αίγινα στις Στρατιωτικές Φυλακές στο Μπογιάτι (Σ.Φ.Μ.), όπου υπέστη σκληρά βασανιστήρια.

Από εκεί απέδρασε στις Ιουνίου 1969, ωστόσο συλλαμβάνεται εκ νέου και οδηγείται προσωρινά στο στρατόπεδο του Γουδίου για να μεταφερθεί μετά από ένα μήνα και πάλι στις φυλακές του Μπογιατίου. Απελευθερώνεται τελικά το 1973.

Τρία χρόνια αργότερα, την Πρωτομαγιά του 1976 σκοτώνεται σε ηλικία 38 ετών, κατόπιν τροχαίου ατυχήματος στη λεωφόρο Βουλιαγμένης.

Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Κυριακή 30 Μαρτίου 2008

Η «αυτονομία» του πανεπιστημίου και η οικονομία της αγοράς


Το σημερινό πανεπιστήμιο αποτελεί το πεδίο μάχης αντιφατικών πολιτικών και σκοπιμοτήτων. Πέρα από την ίδια του τη φύση ως θεσμού μετάδοσης επιστημονικής κριτικής και συνολικής ή και εξειδικευμένης γνώσης, το ελληνικό πανεπιστήμιο έχει καταστεί ως και σήμερα εργαλείο τόσο εξυπηρέτησης της κοινωνικής πολιτικής από τη μια, με την ανάγκη μείωσης της ανεργίας των νέων και της ικανοποίησης της ελπίδας κάθε νοικοκυριού για κοινωνική κινητικότητα, όσο και της εξυπηρέτησης των στόχων της εθνικής και περιφερειακής οικονομίας.

Στη σύγχρονη συγκυρία, όπου το ευρωπαϊκό πρόταγμα μιλάει για έναν ενοποιημένο κινητικό ανταγωνιστικό χώρο εκπαίδευσης που θα συμβάλει στην ανάπτυξη του λεγόμενου «συγκριτικού πλεοντεκτήματος» της ΕΕ, της έρευνας δηλαδή και της καινοτομίας, ο βασικός στόχος των ελίτ έχει καταστεί η στενή σύνδεση της ανώτατης εκπαίδευσης με την οικονομία της αγοράς. Πιο συγκεκριμένα, το αντικείμενο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, το αντικείμενο και οι καρποί της έρευνας, καλούνται να διαμορφωθούν με κριτήριο την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και συνήθως του πιο βαρέως πυροβολικού της. Έτσι η οικονομία της αγοράς προσπαθεί μέσω των μηχανισμών της να κατευθύνει και να ελέγξει το «αυτόνομο» πανεπιστήμιο, πολλές φορές με τόσο κοντόφθαλμο τρόπο, που αν το σχέδιο της για πριμοδότηση των αντικειμένων με προοπτική κέρδους ήταν απόλυτα επιτυχές, θα οδηγούσε στην δημιουργία ηλιθίων ημιμαθών υπερκαταρτισμένων και υπερεξειδικευμένων επιστημόνων, χωρίς ίχνος ηθικής και κριτικής σκέψης και τελείως αναλώσιμους, καθώς το αντικείμενο της κατάρτισής τους θα παλαιωνόταν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια έχει αναπτυχθεί εντός του ανταγωνιστικού στη μεταρρύθμιση της αγοράς χώρου, μία κυρίαρχη μάλλον μερίδα η οποία αναφέρεται στην υπεράσπιση της αυτονομίας του πανεπιστημίου, από κάθε είδους έλεγχο και εξαρτήσεις, στη διεκδίκηση της απόλυτης ελευθερίας της μετάδοσης και παραγωγής γνώσης, της έρευνας, της σκέψης κλπ. Αυτή η ρητορική, όχι συμπτωματικά, αναπαράγεται εντός των πανεπιστημιακών, φοιτητικών και καθηγητικών κύκλων και αποτελεί σε ένα βαθμό την αιχμή ενός κινήματος, που προσπαθεί απελπισμένα να υπερασπιστεί τον όποιο δημόσιο χαρακτήρα έχει απομείνει στην ανώτατη εκπαίδευση και να μπλοκάρει την καταιγιστική επέλαση του εμπορεύματος.

Είναι αλήθεια ότι η αυτονόμηση ενός θεσμού μετάδοσης και παραγωγής γνώσης είναι καταρχήν απαραίτητο στοιχείο ώστε η γνώση αυτή να είναι ελεύθερη από επηρεασμούς, η διαδικασία της μετάδοσης και παραγωγής της να καθορίζεται από τους ίδιους τους φορείς της, του επιτρέπει την σύγκρουση ακόμη και με την ίδια την αρχή που το δημιουργεί. Άρα όταν μιλάμε για γνώση, δε μπορεί αυτή παρά να ζει στον οίκο της ελευθερίας. Αυτή όμως η καταρχήν παραδοχή δεν είναι τόσο αυτονόητη, ούτε και τόσο απλή, όπως επίσης δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το πανεπιστήμιο είναι και οφείλει να είναι αποκομμένο από την κοινωνία, τους θεσμούς, τις ανάγκες και τους στόχους της. Γιατί αυτό εκτός από λάθος και μη ανταποκρινόμενο στη πραγματικότητα, μπορεί να είναι και επικίνδυνο.

Ό,τι και να θέλει να πιστεύει κανείς το πανεπιστήμιο αυτονόητα συνδέεται με τη κοινωνία. Αποτελεί θεσμό της, επηρεάζεται από όσα συμβαίνουν σε αυτήν, επηρεάζεται από τις αξίες, την οικονομική κατάσταση, τη πολιτισμική και ταξική σύνθεση μιας κοινωνίας, από την αγορά μιας κοινωνίας.. Δεν μπορεί να είναι απόλυτα αυτόνομο όσο και να το ήθελε. Οπότε η συζήτηση πρέπει να γίνει γύρω από τον τρόπο της αναπόδραστης αυτής σύνδεσης.

Την ίδια στιγμή βέβαια που το πανεπιστήμιο είναι δεμένο με τη κοινωνία, ως ξεχωριστή κοινότητα, προστατευμένη από τη ζούγκλα του γύρω κόσμου μέσα από τα περιθώρια αυτονομίας και συλλογικής ζωής, αποτελούμενο στη πλειοψηφία του από τα μεσαία κοινωνικά στρώματα, παρουσιάζει μία τάση να αυτονομείται στη κρίση των συμφερόντων του σε σχέση με ευρύτερα ή στενότερα κοινωνικά συμφέροντα. Το πανεπιστήμιο έχει τους δικούς του στόχους, το δικό του ευτυχισμένο νησί, τις δικές του κρίσεις, και τα δικά του προνόμια, τα οποία και θα υπερασπιστεί ενίοτε ακόμη και αν αυτά δε λαμβάνουν υπόψη, ή ακόμη και αντιστρατεύονται ένα ευρύτερο καλό. Είναι λογικό οι κυβερνήσεις που θέλουν να χτυπήσουν το δημόσιο πανεπιστήμιο και να το υποτάξουν στον εκβιασμό της αγοράς να το παρουσιάζουν σαν έναν χώρο ασυδοσίας και προνομίου.

Αν δούμε τώρα με ειλικρίνεια τη πραγματικότητα μπορούμε να συνάγουμε ορισμένα συμπεράσματα. Το πανεπιστήμιο λειτουργεί κάτω από ένα καθεστώς σχετικής ελευθερίας, η οποία και βάλλεται είτε από τις πολιτικές των εκάστοτε κυβερνήσεων είτε από την επέλαση της αγοράς, είτε και από τα δύο σε ένα. Στη παρούσα βέβαια η κυρίαρχη τάση είναι η δεύτερη. Το πανεπιστήμιο συκοφαντείται και υποβαθμίζεται οικονομικά και θεσμικά, ώστε εκβιαστικά να οδηγηθεί να υιοθετήσει τους κανόνες λειτουργίας της αγοράς. Η ίδια πολιτική βέβαια εφαρμόζεται και μέσω της θεσμικής μεταρρύθμισης της ανώτατης εκπαίδευσης. Πάντως η αγορά δεν εισβάλει στα πανεπιστήμια κύρια μέσω της πολιτικής οδού, αλλά μέσω της οικονομικής ισχύος. Έχει τα χρήματα και αποτελεί μία δελεαστική προσφορά σε κάθε παρηκμασμένο μίσθαρνο διανοούμενο και επιστήμονα., όσο και σε ένα παρηκμασμένο και υποχρηματοδοτημένο πανεπιστήμιο. Βρίσκεται εκεί, και δουλεύει υπόγεια πριν από οποιαδήποτε μεταρρύθμιση. Τρέφεται από την υποβάθμιση και την αξιακή παρακμή.

Απέναντι στην επέλαση λοιπόν της αγοράς δεν αρκεί ένας λόγος περί αυτονομίας. Δεν αρκεί ούτε ο λόγος περί αυτονομίας που μιλάει για γενναία κρατική χρηματοδότηση και αυξημένη ανεξαρτησία του πανεπιστημίου. Γιατί και τότε το κράτος αποτελεί τον αποκλειστικό φορέα χρηματοδότησης και ελέγχου, ό,τι και αν θέλουμε να λέμε. Τότε δημιουργείται μία γραφειοκρατία διαχείρισης της κεντρικής χρηματοδότησης, και γύρω από αυτήν το σκοτεινό φάσμα της διαπλοκής και της διαφθοράς, τα οποία, καθώς η πηγή είναι συγκεντρωμένη, είναι δυσκολότερο να ελεγχθούν.

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ως αναγκαιότητα αλλά και ως πρόταγμα το πανεπιστήμιο να καταστεί μερικώς κοινωνικά υπόλογο για τη λειτουργία του. Δεν μπορεί το πανεπιστήμιο να διεκδικεί απόλυτη ελευθερία από κάθε έλεγχο και διαβούλευση, και να βασίζεται στη δική του καλή θέληση για εξυπηρέτηση του κοινωνικού συμφέροντος. Και αυτό γιατί κάτι τέτοιο όπως δείξαμε είναι και μη ρεαλιστικό, αλλά και γιατί στη παρούσα συγκυρία αφήνει αφύλακτα όλα τα υπόγεια περάσματα στο εμπόρευμα και την οικονομία της αγοράς.

Τί πρέπει τότε να κάνει ένα πανεπιστήμιο; Ένα παράδειγμα ίσως βοηθήσει. Μία ιατρική μπορεί να κληθεί να βρει λύση σε μια ασθένεια που βασανίζει την ανθρωπότητα. Ο τρόπος που η αγορά πιθανόν να προσπαθούσε να λύσει ένα τέτοιο πρόβλημα, σε περίπτωση που υπήρχε προοπτική κέρδους, θα ήταν ακριβώς υποταγμένος στο κριτήριο αυτό. Πιθανώς να έβρισκε ένα φάρμακο που θα είχε κατασταλτικές ιδιότητες και πάντως κάτι που θα απαιτούσε μαζικής έκτασης κατανάλωση. Ταυτόχρονα, για να προστατεύσει τη λύδια λίθο που κατασκεύασε, θα τη προστάτευε με πατέντες και θα την εκμεταλλευόταν αποκλειστικά για κάποιο διάστημα, εις βάρος του κοινωνικού συνόλου. Μία δημόσια όμως διαδικασία έρευνας θα έπρεπε να λειτουργήσει διαφορετικά. Θα έπρεπε ίσως να στόχευε στη πρόληψη της ασθένειας, με τη λιγότερη δυνατή φαρμακευτική περίθαλψη, θα εξέταζε τρόπους να καταστεί η θεραπεία ευρέως προσιτή, ανοιχτή σε όλους κλπ. Προφανώς όμως θα έπρεπε να ασχοληθεί με το πρόβλημα και να μην αγνοήσει τη κοινωνική της ευθύνη. Βεβαίως και αυτή η διαδικασία δεν θα ήταν απόλυτα ελεύθερη από τις διαδικασίες αγοράς, εκτός αν αναλάμβανε το ίδιο το πανεπιστήμιο ή το κράτος τη μαζική παραγωγή και διανομή του φαρμάκου. Πάντως υπάρχει τεράστια διαφορά να περιορίζεις την αγορά στη διακίνηση του προϊόντος και να κρατάς αυτό προσιτό σε ευρεία στρώματα, από το να υποτάξεις κάθε ερευνητική διαδικασία αλλά και τη διαδικασία παραγωγής και διανομής των καρπών της από την κανιβαλική οικονομία της αγοράς.

Χρειαζόμαστε λοιπόν ένα πανεπιστήμιο μερικά κοινωνικά υπόλογο. Απαιτείται να θεσμισθούν διαδικασίες διαλόγου και κανάλια επικοινωνίας με τους δημόσιους και κοινωνικούς θεσμούς. Να έχει τη διαδικασία το πανεπιστήμιο μέσα από την οποία να αφουγκράζεται τη κοινωνία και η κοινωνία να μπορεί να του θέσει τα ζητήματά της. Απαιτείται η θέσπιση μίας μορφής κοινωνικής αξιολόγησης, ώστε η κοινωνία να είναι σε θέση να κρίνει τη λειτουργία των εκπαιδευτικών θεσμών της, να επισημάνει τα προβλήματα και πιθανές λύσεις. Σαφώς και η αξιολόγηση δεν μπορεί να είναι μόνο εσωτερική. Πρέπει να είναι κοινωνική, δηλαδή δημοκρατική, συλλογική, διαφανής και προσανατολισμένη στην επίλυση των προβλημάτων ιδιαίτερα των πιο αδύναμων και αποκλεισμένων κοινωνικών στρωμάτων. Όλα αυτά μαζί με γενναία χρηματοδότηση και θεσμική εξασφάλιση της μερικής αυτονομίας του πανεπιστημίου, ώστε να μπορεί και αυτό, σε κάποια πλαίσια, να δομήσει τις δικές του διαδικασίες και στόχους, να θέσει τις δικές του προτεραιότητες, να αντιπαρατεθεί με την εξουσία ή και τη κοινωνία. Την ίδια στιγμή πρέπει να μείνει ανοιχτό στη κοινωνία και να μη καταστεί χώρος των ελίτ. Άρα και για το λόγο αυτό πρέπει η πανεπιστημιακή παιδεία να παραμείνει ελεύθερη και δωρεάν.

Έτσι πρέπει να λειτουργεί το πανεπιστήμιο. Να διαμορφώνει το αντικείμενο, τη διαδικασία και να διαθέτει τους καρπούς της λειτουργίας του σε ελεύθερες συνθήκες και σε διάλογο με τις κοινωνικές δυνάμεις, με ανοιχτές, δημοκρατικές και διαφανείς διαδικασίες και με αίσθηση κοινωνικής υπευθυνότητας...

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2008

τόσο μόνοι....



Σήμερα κανείς δεν αντέχει τον άλλο... ζευγάρια και οικογένειες διαλύονται... παρέες αλληλοσπαράσσονται, φίλοι προδίδουν και προδίδονται... η εμπιστοσύνη καταρρέει. Η αδυναμία, η χαλαρή δέσμευση και η κατανάλωση σχέσεων είναι το κυρίαρχο. Και έχει γεμίσει ο δυτικός κόσμος ελεύθερα, ευημερούντα και καταθλιπτικά άτομα.

Οι άνθρωποι σήμερα δεν μπορούν με τίποτα να συνεννοηθούν, να σχετιστούν, να γνωρίσουν ο ένας τον άλλο. Εν τέλει βλέπουν μόνο τον εαυτό τους, τις επιθυμίες, τα θέλω τους. Θέλουν να είναι ελεύθεροι από τα πάντα που μπαίνουν μεταξύ αυτών και των θέλω τους. Και καταλήγουν να μένουν μόνοι μ’ αυτά.

Ο καπιταλισμός, φτιάχνοντας τον homo economicus, το ορθολογικό ανεξάρτητο άτομο και το ραντεβού του με την ιστορία, τον καταστροφέα κάθε δέσμευσης, κάθε βάρους και κάθε παρελθόντος, κατάφερε στη πιο παρηκμασμένη του έκδοση να δημιουργήσει ανθρώπους – σκαντζόχοιρους. Κλεισμένους στον εαυτό τους, ανταγωνιστικούς έως εχθρικούς προς τους άλλους. Οι άνθρωποι σήμερα δεν αγαπούν τίποτα πέρα από τον εαυτό τους, και στον απόλυτο αυτό έρωτα υποτάσσουν τα πάντα, και καταβροχθίζουν τον άλλο. Και βέβαια στο τέλος καταλήγουν να καταβροχθίζουν και τον ίδιο τους τον εαυτό.

Αυτός ο άνθρωπος, ο υπέροχος μόνος, λογικός και ελεύθερος άνθρωπος, ο σκλάβος καταναλωτής, είναι δύσκολο να δει κάτι μεγαλύτερό του, κάτι που τον υπερβαίνει, και να αγωνιστεί γι’ αυτό... Και πάντα μένει μόνος. Ακόμη και όταν καταφέρει να δει κάτι παραπάνω, υπάρχει γύρω του τόση ατομικότητα, που και αυτός συντριμμένος εγκαταλείπει, και καταλήγει να προσπαθεί να σώσει τα υπολείμματα του – ποιου άλλου- εαυτού του ....