Παρασκευή 6 Απριλίου 2018

Were I to be granted one gift, whatever that may be,
I would, without hesitating even for a moment
chose to be granted the power of omnipresence
to be able to be wherever I wanted to be
surely you must ask,
isn't immortality a wiser choice?
Tis' true, time catches up with you in the end
but you make the most of it
because you can be with all the people
that you want to be with
while, when immortal,
you just have the chance
to watch all you love wither away without you
So, were I to be granted one gift
I would chose to be able to be with you
all the time that is left 

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Μερικές σκέψεις για την αναγνώριση του συμφώνου συμβίωσης για τους ομοφυλόφιλους και την προοπτική της υιοθεσίας

1) Πολύ σωστά οι αριστεροί υπερασπίζονται το δικαίωμα των ομοφυλοφίλων να συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης. Το διασκεδαστικό είναι ότι πολλοί από αυτούς χρειάστηκαν τους ομοφυλόφιλους για να αναγνωρίσουν την αξία ενός θεσμού που ως τώρα τον αντιμάχονταν ως «αστικό» ή ως «απλή σύμβαση». Θα σου πουν βέβαια ότι δεν άλλαξαν άποψη και ότι απλά υπερασπίζονται το δικαίωμα του άλλου. Αυτό όμως είναι άψυχο επιχείρημα. Ίσως σιγά σιγά αναγνωρίσουν για όλους -και για τους εαυτούς τους- την αξία της θεσμικής ένωσης δύο προσώπων, την ανάγκη κοινωνικής εκδήλωσης της συντροφικής σχέσης, την εκκοινώνηση αυτού του δεσμού αγάπης.

2) Το ΚΚΕ είναι συνεπές με τον εαυτό του, τουλάχιστον με την πολιτική πράξη του υπαρκτού σοσιαλισμού, όπου εξυμνούνταν η οικογένεια ως μονάδα αναπαραγωγής και ανατροφής των μελλοντικών εργατών. Το ότι βέβαια δεν θέλουν να ανατρέφονται οι μελλοντικοί εργάτες από ομοφυλόφιλους είναι καθαρά ηθικιστικό επιχείρημα, αφού η άποψη ότι τα παιδιά των ομοφυλοφίλων μπορεί να γίνουν ομοφυλόφιλα και άρα δε θα γεννήσουν δεν τεκμηριώνεται κάπως. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτή η ωφελιμιστική αντίληψη της οικογένειας είναι απάνθρωπη. Η οικογένεια ξεκινάει από την ένωση δύο προσώπων με αγάπη και συντροφικότητα και δεν είναι απαραίτητα εργοστάσιο παραγωγής παιδιών.

3) Όταν μιλάμε για το θέμα της υιοθεσίας κακώς θέτουμε ως μέτρο σύγκρισης την ανατροφή σε μία ετεροφυλόφιλη οικογένεια. Τα παιδιά που δίδονται για υιοθεσία δεν έχουν καμία οικογένεια. Όταν λοιπόν απαγορεύουμε την υιοθεσία για τους ομοφυλόφιλους λέμε ότι προτιμούμε το ορφανοτροφείο από μία οικογένεια ομοφυλοφίλων. Και μη μου πείτε «ας το δώσουν σε ετεροφυλόφιλους», γιατί προφανώς αυτή τη στιγμή υπάρχουν πολλά περισσότερα ορφανά από ενδιαφερόμενες ετεροφυλόφιλες οικογένειες. Σε κάθε περίπτωση το κομβικό στοιχείο στην ανατροφή ενός παιδιού είναι η αγάπη και η αφοσίωση, όχι τα ερωτικά γούστα των γονιών.

4) Προφανώς το παιδί χρειάζεται πρότυπα που μερικές φορές λείπουν, είτε γιατί κάποιος γονιός απουσιάζει γενικά, είτε γιατί δεν ζει, είτε γιατί είναι απλά ανεπαρκής. Πολλά παιδιά μεγάλωσαν από τη γιαγιά, από τις θείες, από τον πατέρα κλπ. Σε κάθε περίπτωση όλοι κουβαλάμε μαζί με τα καλά και τις ελλείψεις που προέκυψαν από τον τρόπο που ανατραφήκαμε. Το ίδιο θα γίνει και με τα παιδιά των ομοφυλοφίλων. Αν όμως υπάρχει αγάπη, και οι ελλείψεις καλύπτονται και καλοί γονείς μπορούμε και μεις με τη σειρά μας να γίνουμε.


5) Μία κομβική συμβολή της επέκτασης τους συμφώνου συμβίωσης είναι η είσοδος της ομοφυλοφιλικής σχέσης στη δημόσια σφαίρα. Θα πάψουν πολλά ομόφυλα ζευγάρια να ζουν στο σκοτάδι και η υπόλοιπη κοινωνία να παριστάνει πως δε γνωρίζει.Πλέον η δυνατότητα σύναψης θεσμοποιημένης σχέσης συμβίωσης θα λειτουργεί ως κοινωνική δήλωση αλλά και ως κοινωνική αναγνώριση της σχέσης αυτής.

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2015

Θρησκευτικά για όλους, αλλά αλλιώς

 Κάθε τόσο ανοίγει η συζήτηση για το θέμα της διδασκαλίας των θρησκευτικών στα σχολεία, και κάθε φορά μένει κανείς με την αίσθηση ότι η συζήτηση δεν έχει προχωρήσει ούτε ένα βήμα παραπέρα. Αυτό δεν πρέπει να εκπλήσσει, καθώς η συζήτηση έχει τεθεί εξ αρχής σε λάθος θεμέλια και για αυτό βγάζει λάθος συμπεράσματα, όταν κάνει τον κόπο να τα βγάλει. Και αυτό γιατί εν τέλει η συζήτηση για τα θρησκευτικά αποτελεί μέρος μίας ασίγαστης και ασυμφιλίωτης διαμάχης ενός στείρου δογματισμού και ενός ανώριμου φιλελευθερισμού.

Το λάθος στο ίδιο το ερώτημα ξεκινάει προφανώς από το θεμελιώδες λάθος στον διακηρυγμένο στόχο των θρησκευτικών στα σχολεία: τη διάπλαση καλών χριστιανών. Δεδομένου αυτού, είναι απόλυτα φυσιολογικό να γεννηθεί ο αντίλογος που λέει: «δεν είμαι χριστιανός, άρα δεν έχω καμία σχέση με τα θρησκευτικά». Και βέβαια η Εκκλησία δεν δύναται να απαντήσει σε αυτό το επιχείρημα, όπως εν τέλει και το ίδιο το κράτος. Ακόμη παραπέρα, αν ακολουθήσουμε με συνέπεια την άποψη αυτή, εύκολα θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε και στη θέση να καταργηθούν τελείως τα θρησκευτικά από τα σχολεία, καθώς δεν είναι δουλειά της εκπαίδευσης η διάπλαση καλών χριστιανών. Και μπορεί μεν να υπάρχει το επιχείρημα του Συντάγματος και της στενής σχέσης της Ελλάδας με την Ορθοδοξία, αλλά με τον τρόπο που έχει ξεκινήσει η συζήτηση το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να πείσει ότι πρέπει εν τέλει να επιβαρύνονται τα παιδιά με ένα επιπλέον μάθημα, και μάλιστα τέτοιου τύπου. Συν τοις άλλοις συχνά έρχεται ως απάντηση ο ισχυρισμός ότι αυτή η στενή σχέση ανήκει στο παρελθόν και πλήθος Ελλήνων είτε ανήκουν σε άλλη θρησκεία είτε δεν θρησκεύονται καθόλου. Τέλος το στοίχημα της ενσωμάτωσης μεταναστευτικών πληθυσμών και του ανοίγματος της ελληνικής ταυτότητας στριμώχνει ακόμη περισσότερο τον ρόλο των θρησκευτικών στα σχολεία όπως τον αντιλαμβανόμαστε σήμερα.

Για να υπερβούμε το πρόβλημα αυτό χωρίς να πετάξουμε το μωρό μαζί με τα απόνερα, πρέπει να επανεξετάσουμε τη ρίζα του προβλήματος, τη φύση δηλαδή των θρησκευτικών αλλά και τον ίδιο το ρόλο μιας θρησκείας στη κοινωνία. Αν αφήσουμε κατά μέρος αυτό καθ' αυτό το θέμα της πίστης – θέμα δύσκολο που μπορεί μόνο ο καθένας για τον εαυτό του να απαντήσει – θα πρέπει να δούμε τη θρησκεία πρώτιστα ως ένα κοινωνικό φαινόμενο και κυρίως ως μία κοσμοαντίληψη, την απόπειρα μίας κοινωνίας να ερμηνεύσει τον κόσμο, το μυστήριο της ύπαρξης, το τυχόν νόημα της ζωής και να θέσει κατευθυντήριες γραμμές στην ατομική και συλλογική ηθική. Όποιος βιαστεί να απαντήσει ότι αυτό είναι δουλειά της επιστήμης και όχι της θρησκείας, τότε θα έπρεπε να γνωρίσει λίγο καλύτερα την επιστήμη. Η σύγχρονη επιστήμη έχει πλήρη συνείδηση της ανεπάρκειάς της να δώσει τελεσίδικες απαντήσεις όχι μόνο σε μεταφυσικά, αλλά εν τέλει και σε αυτά τα «φυσικά» ερωτήματα. Επιπλέον, οφείλουμε επιτέλους να αναγνωρίσουμε ότι θρησκεία και φιλοσοφία δεν αποτελούν δύο πλήρως διακριτά πεδία, αλλά συχνά καλούνται να δώσουν απαντήσεις στα ίδια ερωτήματα. Πολλοί από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους περιστρέφονταν στις αναζητήσεις τους γύρω από το ερώτημα του Θεού και της ύπαρξης νοήματος πέρα από τον αισθητό κόσμο. Η φιλοσοφία πάντα αντλούσε από τα θεολογικά ερωτήματα, όπως και τα θεολογικά ερωτήματα βασίστηκαν και εξέλιξαν τη φιλοσοφία. Ο δυτικός χριστιανισμός πάτησε πάνω στον Αριστοτέλη. Αλλά και ο Αυγουστίνος με τη σειρά του διαμόρφωσε τη δυτική σκέψη. Τέλος, σύγχρονοι φιλόσοφοι όπως ο Σπινόζα ή ο Χέγκελ ήρθαν σε διάλογο με «θεολογικά ερωτήματα».

Αυτή η σύντομη και αδέξια αναδρομή προσπαθεί να κάνει σαφές ότι η θρησκεία δεν αποτελεί μία διαχωρισμένη και ιδιωτική σφαίρα της ζωής, αλλά ένα αναπόσπαστο κομμάτι του πώς σκεφτόμαστε για τον κόσμο. Η θρησκεία και τα διδάγματά της, οι μεγάλοι στοχαστές της, τα «ιερά κείμενα» είναι σάρκα εκ της σαρκός της πνευματικής μας κληρονομιάς και της σκέψης μας και για το λόγο αυτό είναι σημαντικό να αποτελούν μέρος της εκπαίδευσής μας.

Αυτό βέβαια δεν θα γίνει με την μορφή μίας δήθεν ουδέτερης θρησκειολογίας. Όπως καθίσταται σαφές από τα παραπάνω, η επιλογή θρησκείας δεν προσομοιάζει με ένα σούπερ μάρκετ όπου διαλέγουμε το προϊόν που μας ταιριάζει. Προφανώς ο καθένας είναι και πρέπει να είναι ελεύθερος να διαλέγει τί και εάν πιστεύει. Όμως η κάθε κοινωνία έχει ιστορικά εξελιχθεί και διέπεται ως σήμερα από εν μέρει διαφορετικές αρχές. Έτσι και σε κάθε κοινωνία ήταν διαφορετική η επιρροή της θρησκείας. Είναι σαφές ότι η ελληνική κοσμοαντίληψη βρίσκεται πολύ μακριά από τον βουδισμό, πολύ κοντά στον ορθόδοξο χριστιανισμό (αλλά και ο τελευταίος βρίσκεται κοντά στην αρχαία και νεότερη ελληνική σκέψη) και δευτερευόντως στο δυτικό χριστιανισμό ή και στο ισλάμ, ο ρόλος του οποίου ήταν πάντα κομβικός στην περιοχή. Η διδασκαλία λοιπόν των θρησκευτικών διδαγμάτων πρέπει να γίνεται σε μια αναλογία που ανταποκρίνεται στην επιρροή που αυτά είχαν και έχουν στη διαμόρφωση της κάθε κοινωνίας. Και πάλι, όχι ως δήθεν ουδέτερη παρουσίαση προς επιλογή της καλύτερης για το άτομο θρησκείας, αλλά ως ουσιαστική γνωριμία με τα διδάγματα κυρίως αυτών των δογμάτων, στα οποία βρισκόμαστε εγγύτερα.

Και τέλος πρέπει βέβαια να πάψει να προσπαθεί το μάθημα των θρησκευτικών να επιβάλει νόρμες πίστης και συμπεριφοράς στους μαθητές. Προφανώς και είναι δουλειά του σχολείου η συν-διαμόρφωση της σκέψης και του χαρακτήρα των μαθητών. Αυτό όμως οφείλει να γίνεται με τρόπο κριτικό, να συμβάλει στην ουσιαστική γνωριμία με τις ιδέες που διαμόρφωσαν την κοινωνία μας και ταυτόχρονα να αφήνει ελεύθερο χώρο στην άσκηση κριτικής, την αμφισβήτηση ακόμη και την ανατροπή τους. Χωρίς ουσιαστική γνωριμία με τη θρησκεία, τη φιλοσοφία, τα μαθηματικά, δεν υπάρχει προοπτική ούτε διαμόρφωσης σκέψης και συνείδησης αλλά ούτε και εξέλιξης αυτών. Ζωή σημαίνει γνώση, και αλλαγή.


Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

Ο έρωτας

- Αν το ίδιον του ανθρώπου είναι η σχέση, με τη Φύση και -εντός αυτής- με τους άλλους ανθρώπους
- Αν το ίδιον του ανθρώπου είναι η σχέση, ως αλληλεπίδραση που εκκινεί μεν από την ανάγκη όμως δεν είναι ενστικτώδης όπως στα ζώα αλλά συνειδητή, δηλαδή μερικά ελεύθερη
- Αν λοιπόν το ίδιον του ανθρώπου είναι η σχέση, τότε ο έρωτας, ενώ εκκινεί και αυτός από την ανάγκη δεν είναι ένστικτο επιβίωσης ή διαιώνισης, αλλά ως (μερικά) ελεύθερη πράξη συνιστά την ύψιστη απόπειρα για σχέση. Γίνεται η ορμή για ταύτιση, για ενότητα, που ποτέ δεν εκπληρώνεται αλλά αποζητά εναγωνίως την εκπλήρωσή της.

Άρα ο έρωτας για τον άλλο είναι η κορύφωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Το μεγαλύτερο θαύμα της. Και ταυτόχρονα η πιο τραγική στιγμή της, καθώς η σχέση παλεύει ασίγαστα με τα όριά της, με το γεγονός ότι τα όντα που σχετίζονται παραμένουν δύο χωριστά όντα.

ή για να το πούμε πιο απλά

https://www.youtube.com/watch?v=iYfpTHCm-kg
 

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

Η Γερμανία ενισχύει τις αποσχιστικές τάσεις της Καταλονίας


-->



Η Κρίση της Ευρωζώνης δεν περιορίζεται πλέον σε οικονομικά ζητήματα, αλλά απειλεί να επανακαθορίσει και τα ίδια τα σύνορά της. Για πολλές εθνότητες η απόσχιση αρχίζει να φαίνεται όλο και πιο ελκυστική λύση απέναντι στην σκληρή οικονομική πολιτική που εφαρμόζει η κεντρική Κυβέρνηση. Χαρακτηριστικότερο όλων είναι ίσως το παράδειγμα της Καταλονίας. Το συντηρητικό κυβερνών κόμμα, το Convergencia i Unio (CiU), μετά από αποτυχημένες διαπραγματεύσεις με τον Ισπανό Πρωθυπουργό για την ενίσχυση της οικονομικής αυτονομίας της τελευταίας, προκήρυξε εκλογές με βασικό θέμα την ανεξαρτητοποίηση από την Ισπανία. Το αποτέλεσμα των εκλογών δεν ήταν το επιθυμητό για το κυβερνών κόμμα, το οποίο παραμένει μεν στην εξουσία, αλλά με ισχυρές απώλειες. Αυτό βέβαια δεν κλείνει το ζήτημα της σχέσης της Καταλονίας με την Ισπανία, ζήτημα που θα γίνεται όλο και πιο φλέγον όσο η Κρίση εντείνεται και στην πλούσια αυτή περιοχή.
Η ιστοσελίδα german foreign policy, η οποία αναλύει με κριτικό τρόπο την γερμανική εξωτερική πολιτική, αναφέρεται με συγκεκριμένα στοιχεία στην υποστήριξη που έχουν βρει εδώ και χρόνια οι αποσχιστικές καταλανικές φωνές στη Γερμανία.1 Χαρακτηριστικά αναφέρεται στην σχέση τους με το γερμανικό Πράσινο Κόμμα, το οποίο, όπως και τα υπόλοιπα Πράσινα Κόμματα, συμμετέχει σε επίπεδο Ευρωκοινοβουλίου σε κοινό σχήμα με την λεγόμενη European Free Alliance. Η συμμαχία αυτή αποτελείται από μία σειρά κομμάτων που, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, προωθούν τους σκοπούς των ευρωπαϊκών εθνών, περιοχών και μειονοτήτων δίχως κράτος. Επικαλούμενη την αρχή της αυτοδιάθεσης, η συμμαχία στηρίζει την προοπτική δημιουργίας νέων ανεξάρτητων κρατών όπως η Σκοτία, η Ουαλία και η Καταλονία. Έχει μάλιστα στην ιστοσελίδα του2 Χάρτη στον οποίο τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη φαίνονται διασπασμένα σε μικρότερες χώρες. Μόνο η Γερμανία εμφανίζεται μεγεθυμένη, έχοντας συμπεριλάβει την Αυστρία, την γερμανόφωνη Ελβετία και πολλές άλλες περιοχές.
Ενδεικτική είναι επιπλέον η περίπτωση της Έκθεσης Βιβλίου της Φρανκφούρτης, η οποία το 2007 φιλοξένησε ως συνεργαζόμενο έθνος όχι μία χώρα, όπως το συνήθιζε, αλλά την περιοχή της Καταλονίας, και μάλιστα έδωσε βήμα μόνο σε συγγραφείς που χρησιμοποιούν την τοπική γλώσσα. Σε χάρτη που μοιράστηκε στην έκθεση παρουσιαζόταν ως ανεξάρτητη η περιοχή της Καταλονίας, η οποία περιλάμβανε και κομμάτι της Γαλλίας. Η Έκθεση έδωσε μεγάλη δημοσιότητα σε συνηγόρους της απόσχισης της περιοχής από την Ισπανία, δηλώνοντάς τους με τον τρόπο αυτό ότι το αίτημά τους χαίρει συμπάθειας στη Γερμανία. Το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών αποτελούσε έναν από τους υποστηρικτές της Έκθεσης.
Στενές είναι και οι οικονομικές σχέσεις της Καταλονίας με το γερμανικό κρατίδιο της Βάδης-Βιρτεμβέργης. Βασιζόμενες σε ειδικές συμφωνίες που ισχύουν εδώ και 25 χρόνια, οι δύο περιοχές έχουν προωθήσει ιδιαίτερα τις συναλλαγές τους, με αποτέλεσμα η Καταλονία να αποτελεί σήμερα ιδιαίτερα προνομιακό εταίρο της Γερμανίας, σε σχέση με την υπόλοιπη Ισπανία.
Σύμφωνα με το german foreign policy, τα παραπάνω γεγονότα δείχνουν τη διαμόρφωση της μελλοντικής Ευρώπης των δύο ταχυτήτων. Από τη μία ένας ισχυρός πυρήνας με κέντρο τη Γερμανία, περικυκλωμένος από φτωχά περιφερειακά κράτη, των οποίων οι πιο προνομιακές περιοχές θα συνδέονται με το Κέντρο μέσω ειδικών συμφωνιών και μηχανισμών. Στο πλαίσιο αυτό, μία ανεξάρτητη Καταλονία θα γίνονταν καλοδεχούμενη από πολλούς, καθώς θα αποτελούσε μία οικονομική δύναμη-σύμμαχο και εταίρο στο σκληρό πυρήνα της Ευρώπης. Επιπλέον, μέσω της απόσχισης αυτής ούτε η κατακερματισμένη πλέον Ισπανία, αλλά ούτε και η ίδια η Καταλονία δεν θα διέθεταν το απαιτούμενο μέγεθος και ισχύ για να αμφισβητήσουν την γερμανική ηγεμονία.
1http://www.german-foreign-policy.com/en/fulltext/58335
2http://www.e-f-a.org./kaartje.php

http://alterthess.gr/content/i-germania-enisxyei-tis-aposxistikes-taseis-tis-katalonias-toy-dionysi-grana

http://ardin-rixi.gr/archives/10314

 

Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

Αξιοπρέπεια. Με κάθε θυσία.




 Ραγδαία αύξηση αυτοκτονιών στην Αττική καταγράφει το σωματείο  εργαζομένων του ΕΚΑΒ, καθώς τον Ιούνιο σημειώθηκαν 350 απόπειρες αυτοκτονιών εκ των οποίων οι 50 κατέληξαν.

Ο Γιάννης Χούσος, πρόεδρος εργαζομένων ΕΚΑΒ, μιλώντας στη Naftemporiki, εξέφρασε την έντονη ανησυχία του και για τον μήνα Ιούλιο, καθώς ήδη έχουν καταγραφεί έξι κλήσεις από τις οποίες οι πέντε κατέληξαν.

Όπως σημειώνει, ο Γιάννης Χούσος, στην πλειονότητα των περιπτώσεων τα περιστατικά αφορούσαν άτομα με ψυχικές διαταραχές.


(Από το tvxs.gr)

Τα επιχειρήματα ενάντια στην καταγγελία του Μνημονίου και τους κινδύνους που αυτή φέρει είναι πολλά και σοβαρά. Ας μη βλέπουμε γύρω μας ούτε ανόητους ούτε προδότες. Προσωπικά τα σταθμίζω κάθε μέρα που περνάει από το ξεκίνημα της Κρίσης. Ένα επιχείρημα όμως βάρυνε από την αρχή, όταν όλες η λεπτομέρειες ήταν ακόμη σκοτεινές και ακατανόητες, και βαραίνει ως σήμερα, που βλέπουμε καλύτερα τα πλην και τα υπέρ κάθε επιλογής:
Η αξιοπρέπεια ενός λαού είναι το θεμέλιο της ύπαρξής του. Ο δρόμος του Μνημονίου είναι δρόμος ντροπής, όχι μόνο για την Ελλάδα ως κράτος αλλά και για τον καθένα πολίτη της ξεχωριστά. Αυτή η ντροπή, η έλλειψη αξιοπρέπειας, αλληλεγγύης, μας σκοτώνει σιγά σιγά, μεταφορικά και κυριολεκτικά, ίσως χειρότερα από κάθε κρίση που θα προκαλούνταν από έξοδο από το Ευρώ.
Μόνο ένας λαός με αξιοπρέπεια μπορεί να βγει από τη κρίση. «Ποια αξιοπρέπεια βλέπεις στη πείνα;» θα ρωτήσουν πολλοί, και σωστά. Ένας λαός όμως, που σηκώνει τη μοίρα του και την τιμή του στα χέρια του, δε ζητιανεύει, δεν ξεπουλά την τιμή του, ακόμη και αν πεινάσει, θα έχει αξιοπρέπεια. Γιατί θα πατήσει στις δυνάμεις του, θα υπερασπιστεί τον τόπο και τα δίκια του. Θα γίνει μια γροθιά.
Πρέπει να αρχίσουμε να μιλάμε με ειλικρίνεια. Οφείλουμε να αλλάξουμε πολλά στην Ελλάδα, αλλά θα τα αλλάξουμε επειδή το θέλουμε. Από κει και πέρα πρέπει να βάλουμε αξεπέραστη κόκκινη γραμμή, την επιβίωση και την αξιοπρέπεια ενός λαού, μιας χώρας. Και ας μας κόψουν τα λεφτά. Και ας μας πετάξουν απ' το ευρώ. «...και ας τρώμε και πέτρες». Ο δρόμος της αξιοπρέπειας ίσως είναι πιο δύσκολος από υλική άποψη. Αλλά ο δρόμος της ζητιανιάς και της ντροπής δεν έχει τέρμα.

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Ποιος Τσίπρας ρε, και ποιος ΣΥΡΙΖΑ;

Πώς γίνεται να θεωρείς έναν λαό χειραγωγήσιμο, ευαίσθητο στη δημαγωγία, στη τελική ανόητο, και την ίδια στιγμή να λες ότι ενδιαφέρεσαι, ή, ακόμη χειρότερα, ότι θες να τον εκπροσωπήσεις; Οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους, αφού υποβίβασαν το λαό στη θέση του αδαούς, δικαιολογούν - μέσα τους και προς τα έξω - την επιθυμία τους αυτή ως θέληση να τον προστατεύσουν από τον ίδιο του τον εαυτό, να τον οδηγήσουν μακριά από δημαγωγούς και ψεύτικες υποσχέσεις, να τον κάνουν ευτυχισμένο παρά τις επιθυμίες του. Στη πραγματικότητα ψεύδονται, και προς τους άλλους και προς τον εαυτό τους. Το μόνο τους κίνητρο είναι ο ναρκισσισμός τους και η φιλοδοξία. Γιατί πιστεύουν ότι έχουν κάτι που τους ανυψώνει από τη πλέμπα, και τους καθιστά ικανούς να την εξουσιάζουν και να τη μαγεύουν με τις αρετές τους. Και όταν αυτό, δεν επιτυγχάνεται, και διώκονται από τον λαό που υποτίμησαν, τότε αναστενάζοντας ρίχνουν το φταίξιμο πάλι αλλού: «αυτή είναι η Ελλάδα».


Όλοι αυτοί, καθώς και άλλοι που θα ήθελαν να τους μοιάσουν, επιδίδονται τον τελευταίο καιρό σε μία επίθεση στο ΣΥΡΙΖΑ, η οποία παρότι επιφανειακά στόχο έχει να παρουσιάσει μία οργάνωση ως ανίκανη ή επικίνδυνη, στη πραγματικότητα αυτό που κάνει είναι να θεωρεί τον λαό εντελώς ηλίθιο.

Αναφέρουν διαρκώς ότι ο ΣΥΡΙΖΑ τάζει λαγούς με πετραχείλια, επιστροφή στην ευημερία του χθες, αυξήσεις στα επίπεδα του 2008, πόρσε και εξοχικά. Και εξηγούν με ύφος διεισδυτικού πολιτικού αναλυτή ότι ο ΣΥΡΙΖΑ τα λέει αυτά για να πλανέψει τον λαό. Δεν έκαναν τον κόπο να βγουν να ρωτήσουν τον πρώτο περαστικό αν θεωρεί ότι μπορούμε να γυρίσουμε στην πρότερη κατάσταση. Προσπαθούν να πουν τον ΣΥΡΙΖΑ ανεύθυνο, υπονοούν ότι ο λαός είναι ανόητος, αλλά στη πραγματικότητα το μόνο που αποδεικνύουν είναι η δική τους τρανή ηλιθιότητα, καθώς θεωρούν το αυτονόητο – ότι δεν μπορούμε να γυρίσουμε στην πρότερη κατάσταση – ως ένα καλά κρυμμένο μυστικό που μόνο αυτοί έχουν ανακαλύψει! Ο κόσμος γνωρίζει την κατάσταση που βρίσκεται, και γνωρίζει ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στα παλιά. Προστασία μόνο ζητάει από τη καταιγίδα, και αξιοπρέπεια.

Συνεχίζουν οι ίδιοι το ρεσιτάλ βλακείας μεταμφιεσμένης σε πολιτική ανάλυση περιγράφωντας τον Τσίπρα ως δημαγωγό. Δείχνουν έτσι πόσο λίγα πράγματα έχουν καταλάβει. Δεν βλέπουν ότι ο λαός γνωρίζει καλά τις ανεπάρκειες και τις παλινωδίες και της οργάνωσης και του προέδρου της. Ο κόσμος έχει πολλές αμφιβολίες για το αν ο Τσίπρας μπορεί να τα καταφέρει. Και αυτό όχι γιατί του το έδειξαν οι άλλοι φωστήρες που μας υποτιμούν, αυτοί των ΜΜΕ, που όσο μιλούν τόσο δυσκολεύουν τη θέση τους. Αλλά γιατί είναι προφανές.

Οπότε ο λαός δεν στρέφεται προς τον ΣΥΡΙΖΑ ούτε γιατί περιμένει να τρέξει το χρήμα με τη σέσουλα, ούτε γιατί γοητεύτηκε από τον χαρισματικό (!) Αλέξη Τσίπρα, και χρειάζεται φωστήρες για να του δείξουν την αλήθεια. Ο λαός στρέφεται σιγά σιγά προς τον ΣΥΡΙΖΑ για έναν πραγματικό και ουσιαστικό λόγο: γιατί μέσα σε όλη τη σαπίλα που μας έχει περικυκλώσει, αναγνωρίζει ότι εκεί που όλοι προσπαθούν να τον σώσουν παρά τη βούλησή του, ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί, έστω και με αδέξιο τρόπο, να πραγματοποιήσει τη βούληση αυτή. Τη βούληση ότι δεν είμαστε πρόθυμοι να υποστούμε άλλες ταπεινώσεις και εξευτελισμούς. Και ότι παρότι φταίξαμε, αυτή η τιμωρία δεν αξίζει σε κανένα. Ότι θέλουμε και εμείς να κάνουμε θυσίες και να αλλάξουμε, αλλά όχι έτσι. Δεν είναι η ιδεολογία του ΣΥΡΙΖΑ το θέμα. Στην ουσία της άλλωστε δεν βρίσκεται μακριά από τις ιδέες μίας σοσιαλδημοκρατίας, και μάλιστα μπαγιάτικης. Αυτό που του δίνει όμως τεράστια δυναμική, είναι η επιλογή που έκανε να ταυτιστεί με το λαό και την αντίστασή του, να τον αφουγκραστεί, να προσπαθήσει να τον εκφράσει. Και αυτό τον καθιστά μία ελπίδα για το μέλλον. Ακόμη και αν είναι εξαιρετικά δύσκολο να ισορροπήσει ανάμεσα στις πανταχόθεν απειλές και σε μία έσωθεν τάση για συμβιβασμό που αργά ή γρήγορα θα προκύψει.

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

Μαθήματα από τις εκλογές




How long? Not long! Because what you reap, is what you sow
Martin Luther King Jr.



Τι συμπεράσματα μπορούν να βγουν από τις συναρπαστικότερες εκλογές στην Ελλάδα; Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, ας δούμε πρώτα τι δεν σημαίνουν τα αποτελέσματα των εκλογών.

Δεν σημαίνουν απαραίτητα ένα φωτεινό μέλλον για την Ελλάδα. Προφανώς δεν σημαίνουν έξοδο από τη κρίση, ούτε τέλος των θυσιών του λαού. Η κρίση είναι πραγματική και δεν οφείλεται στις επιλογές του ΠΑΣΟΚ, ακόμη και αν ενισχύθηκε από αυτές. Ίσως τώρα η Ελλάδα να μπαίνει βαθύτερα σε κρίση, καθώς οι σχέσεις της με την ηγεμόνα Γερμανία κλονίζονται και επικρατεί πολιτική αστάθεια. Όταν εξεγείρεσαι, είναι πάντα πιο δύσκολα από την προηγούμενη κατάσταση της υποταγής. Είναι όμως αναγκαίο αυτό, αν κάποιος επιθυμεί την ελευθερία του.

Δεν σημαίνουν επίσης την ξεκάθαρη ανάδυση μίας νέας εναλλακτικής, εδώ ή στην Ευρώπη. Όχι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει καταφέρει να εδραιώσει τις ιδέες του στη κοινωνία, αλλά, δεν έχει και ξεκάθαρες ιδέες για το τί θέλει να κάνει. Πράγμα λογικό καθώς είμαστε σε κρίση, αλλά μπορούμε να πούμε ότι κοινωνία και πολιτική(οι) είναι πιο ανέτοιμοι από ποτέ να την αντιμετωπίσουν.

Υπάρχουν όμως μία σειρά μαθημάτων που μπορούμε να πάρουμε από τις εκλογές, και λόγοι να είμαστε χαρούμενοι και να κοιτάμε με ελπίδα το σκοτεινό μέλλον.

Το σημαντικότερο όλων είναι ότι ο λαός δε δείλιασε, δε ξέχασε και τιμώρησε. Μεγάλη χαμένη των εκλογών ήταν η ρητορική της TINA (there is no alternative). Οι Έλληνες αρνήθηκαν τους μονοδρόμους και τους εκβιασμούς. Υπήρχε σε πολλούς ο φόβος ότι μπροστά στη κάλπη ο λαός θα προτιμήσει το σίγουρο δρόμο ενός οικείου βασανιστηρίου από το στενό και άγνωστο μονοπάτι της αντίστασης. Ότι θα φοβηθεί να πάει κόντρα σε όλους όσους τον συμβουλεύουν, και θα προτιμήσει το μισθό της πείνας και την υποταγή στις επιταγές της Ιεράς Συμμαχίας ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ. Ακόμη και σήμερα αυτός ο φόβος οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η ψήφος των πιο πολλών ήταν στείρα τιμωρητική και χωρίς προβληματισμό για το μετά, και ότι τώρα που αντιμετωπίζεται το φάσμα της ακυβερνησίας και της αστάθειας, ο λαός φοβισμένος θα γυρίσει στα γνωστά.

Οι εκλογές αυτές όμως απέδειξαν ότι δεν μπορείς να κυβερνάς μία κοινωνία, και ιδιαίτερα την ελληνική, με φόβους και εκβιασμούς. Η ψήφος του λαού ήταν συνειδητή, και σηματοδοτεί το τέλος του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Σε επόμενη εκλογική αναμέτρηση, η πτώση τους θα είναι μεγαλύτερη. Ακόμη και αν η αντιμνημονιακή πολιτική αποτύχει, ο κόσμος θα αναζητήσει λύση σε νέες μνημονιακές δυνάμεις που θα αρχίσουν σύντομα να δημιουργούνται από τις στάχτες των παλιών. Ο λαός δεν φοβάται. Αν η ΕΕ υποχωρήσει και μαλακώσει, ο Τσίπρας θα αναδειχτεί ως ο μόνος ικανός διαπραγματευτής. Αν επικρατήσει η σκληρή γραμμή Μέρκελ, η πρόταση της αναδιαπραγμάτευσης του Σαμαρά και λοιπών θα χάσει έδαφος και ο λαός θα εξοργισθεί και θα επιδιώξει πιο έντονα την ακύρωση του Μνημονίου.

Άλλο ένα σημαντικό συμπέρασμα: τα ΜΜΕ, που συμπεριφέρονταν σαν να υπήρχαν μόνο δύο υποψήφια κόμματα στις εκλογές, που έκρουαν διαρκώς το κώδωνα του κινδύνου (ακυβερνησία, δραχμή κλπ κλπ) δεν κατάφεραν τίποτα. Αυτό δείχνει πόσο λίγη επιρροή πραγματικά έχουν, όταν ο λαός είναι αποφασισμένος. Ας τελειώνουμε λοιπόν με τις αναλύσεις που επιμένουν ότι ο κόσμος μένει αλυσοδεμένος λόγω προπαγάνδας και ΜΜΕ. Όταν μία κοινωνία θέλει, καμία προπαγάνδα δε μπορεί να τη σταματήσει.

Η κάλπη βέβαια δεν κυοφόρησε μόνο θετικά. Πολλοί ανησυχούν για τη ΧΑ. Τί προκάλεσε την άνοδό της; Ήταν μία σειρά παραγόντων, όπως το μεταναστευτικό ζήτημα, όπως και το γεγονός ότι η ΧΑ έχει καταφέρει να εμφανιστεί ως η κατεξοχήν αντικαθεστωτική δύναμη, που πολεμάται από όλους τους άλλους (άρα ας προβληματιστούμε ως προς το αν αποδίδει ο στιγματισμός και η απομόνωση της), δεν εμφανίζεται στα ΜΜΕ και μιλάει για τιμωρία. Έτσι έλκει μία σειρά ανθρώπων που επιθυμούν μία ριζική ανατροπή του σημερινού καθεστώτος, και μπερδεύουν τη καφρίλα με τη ριζοσπαστικότητα. Η ΧΑ είναι νόθο παιδί του μηδενισμού της ελληνικής κοινωνίας, της στείρας εχθρότητας στη πολιτική. Το παιδί αυτό όμως δεν θα μακροζωήσει. Ο ελληνικός λαός δεν ήταν ποτέ φασιστικός, ποτέ δεν αγκάλιασε τέτοια ιδανικά, ακόμη και σε δυσκολότερες περιόδους. Δεν ψήφισε την ΧΑ για τα πιστεύω της, και ούτε και ποτέ θα το κάνει. Αντίθετα, μόλις δει το πραγματικό της πρόσωπο, θα τη στείλει πίσω στην ανυπαρξία.

 Υπάρχει και ένας ακόμη λόγος που η ΧΑ ισχυροποιήθηκε, ίσως ο πιο σημαντικός και ο οποίος μπορεί να προσφέρει πολλά χρήσιμα συμπεράσματα. Είναι το γεγονός, ότι η ΧΑ ήταν το μόνο κόμμα που δούλεψε άμεσα μέσα στη κοινωνία, που έκανε δηλαδή δουλειά βάσης, σε γειτονιές, που προσπάθησε να αντικαταστήσει το κράτος εκεί που κατέρρεε, και συγκεκριμένα στον τομέα της ασφάλειας. Σαν επιδημία εξαπλώθηκε στην Ελλάδα η φήμη ότι η ΧΑ προσφέρει προστασία σε ανυπεράσπιστους πολίτες. Από εδώ παίρνουμε και ένα ακόμη μάθημα: πόσο παραμελούν τα παραδοσιακά κόμματα την ανάγκη να συμβάλλουν στην οργάνωση και στη προστασία του λαού σε μία τόσο δύσκολη περίοδο. Αναλώθηκαν σε πολιτικές υποσχέσεις, και πολύ λίγο προσπάθησαν να κατέβουν στις γειτονιές, να φτιάξουν δομές αλληλεγγύης, αλληλουποστήριξης και βοήθειας. Μιλάει η αριστερά για ένα νέο ΕΑΜ και νομίζει ότι το ΕΑΜ ήταν απλά κάποια κόμματα που ενώθηκαν. Ξεχνά ότι αυτό που έκανε το ΕΑΜ πανίσχυρο μαζί με την ένοπλη αντίσταση ήταν το γεγονός ότι βοήθησε στην ίδια την οργάνωση και προστασία του λαού ώστε να αντιμετωπιστούν άμεσες ζωτικές ανάγκες. «Το ΕΑΜ μας έσωσε απ’τη πείνα…». Τί έκαναν τα κόμματα για τη πείνα, την ανασφάλεια, την ανεργία, τη κατάθλιψη, εκτός από το να υπόσχονται έναν άλλο κόσμο αφού εκλεγούν; Το μόνο κόμμα που έκανε στη πράξη κάτι, συγκεκριμένα για το σημαντικότατο θέμα της ασφάλειας που όλοι οι άλλοι τείνουν να παραμελούν, ήταν δυστυχώς η ΧΑ. Εμφανίστηκε έτσι ως το μόνο κόμμα που πραγματικά νοιάζεται και βοηθά το λαό.


Τι πρέπει να γίνει τώρα λοιπόν, που ο λαός είπε ξεκάθαρο ΟΧΙ στο Μνημόνιο αλλά όλα τα άλλα μένουν ανοικτά και αβέβαια; Η κατάσταση είναι πιο σοβαρή από ποτέ. Είπαμε το ΟΧΙ και αυτό μας καθιστά ευάλωτους στις πολιτικές καταιγίδες της Ευρώπης. Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση μας είναι να είναι αποφασισμένος και ισχυρός ο λαός, να ενωθεί και να υπερασπιστεί την ύπαρξή του απέναντι σε μνημόνια και όποιες άλλες απειλές προκύψουν από τυχόν απόρριψη της «σωτηρίας» του.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την ισχυροποίηση της κοινωνίας όμως είναι η σε βάθος οργάνωσή της. Να συγκροτηθεί ως συλλογικό υποκείμενο, να γίνει από πλήθος λαός, να εκφράσει με σαφήνεια και σταθερότητα, μέσα από διαδικασίες τη βούλησή της. Να εγκαθιδρύσει τη δημοκρατία στο εσωτερικό της. Να ξανασυναντηθούμε, να συζητήσουμε, να οργανωθούμε. Να μπει ο λαός στη πολιτική. Η αρχή έγινε με τους «αγανακτισμένους» αλλά πρέπει να ριζώσει στη καθημερινότητα μας και να εξαπλωθεί στην κάλυψη των καθημερινών μας αναγκών. Μόνο ένας τέτοιος λαός μπορεί να στηρίξει μία αποφασισμένη κυβέρνηση ή να ρίξει μία ανεπαρκή.

Η πολιτική πρέπει να «κατέβει» στο λαό, να συμβάλλει στην οργάνωση και ισχυροποίησή του. Να δημιουργηθούν δίκτυα τοπικών νομισμάτων, μορφές ανταλλαγής εργασίας και καταπολέμησης της ανεργίας, προσφοράς εθελοντικής βοήθειας, ιατρικής περίθαλψης, σχολικής βοήθειας, ίσως ακόμη και επιτροπές περιφρούρησης πολιτών (ελλήνων και μεταναστών) από την εγκληματικότητα, την αυθαιρεσία ή την απραγία της αστυνομίας και την γενικευμένη ανασφάλεια. Κινήσεις πολιτών έχουν λειτουργήσει σε αυτή τη κατεύθυνση, αλλά πανελλαδικές πολιτικές οργανώσεις ή κόμματα θα μπορούσαν να κάνουν πιο αποτελεσματικά αυτή τη δουλειά, αρκεί να το θελήσουν.

Η κατάρρευση του κράτους αφήνει τεράστια κενά. Οι φασίστες δεν μπορούν να τα γεμίσουν, όχι στην Ελλάδα. Μόνο ένας οργανωμένος λαός μπορεί. Αυτό πρέπει να είναι και το πρώτο καθήκον της πολιτικής σήμερα, μαζί με τη διατύπωση ενός σαφούς σχεδίου εξόδου από τη γενικευμένη κρίση. Σχέδιο χωρίς λαό δεν αρκεί, όπως δεν αρκεί λαός χωρίς σχέδιο. Η πολιτική οργάνωση που θα προσφέρει απτές λύσεις στο άμεσο πρόβλημα της επιβίωσης του λαού θα ηγεμονεύσει και πολιτικά και θα κληθεί να απαντήσει και στα μεγάλα ζητήματα του Μνημονίου, της ΕΕ κλπ. Ταυτόχρονα, θα συμβάλλει στη δημιουργία ενός ισχυρού λαϊκού συλλογικού υποκειμένου, που θα είναι με τη σειρά του η μόνη ικανή προϋπόθεση, η οποία θα επιτρέψει στη πολιτική να κάνει τις ανατροπές που θέλει, να σαρώσει το υπάρχον καθεστώς και να αποκρούσει κάθε είδους απειλές, χωρίς να γυρίσει στη φαυλότητα και τη διαφθορά, αντικαθιστώντας τη μία ληστρική ελίτ με άλλη νέα. 

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

Η "προφητεία" ενός ναζί



Η «προφητεία» ενός ναζί προφανώς δεν είναι προφητεία, αλλά μία οξυδερκέστατη ανάλυση για τη Γερμανία τον ρόλο της στην Ευρώπη, καθώς και για την εκπληκτική στοχοπροσήλωση ενός ολόκληρου λαού. Αυτό που δεν «βλέπει» όμως ο Ναζί αξιωματούχος, είναι αυτό που δεν βλέπουν και οι σημερινοί διάδοχοί του: ότι η στενότητα στην αντίληψη, ο σωβινισμός και η βία με την οποία προωθούν τα σχεδιά τους, θα συναντούν αντίσταση και θα αποτυγχάνουν πάντα. Ειρωνία της Ιστορίας, ο ρόλος που παίζει ακόμη μια φορά η Ελλάδα σε αυτή την αντίσταση. 

Οι Γερμανοί του σήμερα, όπως οι προκάτοχοί τους, δεν διαθέτουν ένα όραμα ικανό να ενώσει την Ευρώπη. Ας ελπίσουμε αυτή η αποτυχία τους να μην την αφήσει τουλάχιστον στις στάχτες.

Μία απαραίτητη διευκρίνηση: με την παρουσίαση του κειμένου αυτού δεν επιχειρείται η ταύτιση της σημερινής Γερμανίας με τη Ναζιστική θηριωδία. Το διαχρονικό στοιχείο, αυτό που το κάνει επίκαιρο δεν είναι ο Ναζισμός. Είναι κάτι που προυπήρχε του Ναζισμού, που ο Ναζισμός μόνο για μια περίοδο το εξέφρασε, και που φαίνεται να συνεχίζει να υπάρχει: η προσπάθεια της Γερμανίας για ηγεμονία στην Ευρώπη.

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Μέρη που να μπορούν τα όριά μας να χωρέσουν




δημοσίευση μαζί με τον φίλο Παναγιώτη Κετίκη, στο περιοδικό Υποβρύχιο (σ. 50-51)

http://issuu.com/ypovrixio/docs/ypovryxio_61


Τί θέλουν οι Γερμανοί;




Πώς βλέπουν οι Γερμανοί ιθύνοντες το πρόβλημα των υπερχρεωμένων χωρών της Ευρωζώνης; Είναι η αργή αντίδραση της Ευρώπης στη κρίση ολιγωρία ή σχεδιασμός; Ποια η λειτουργία του νέου μηχανισμού σταθερότητας; Υπάρχει ανάγκη για κούρεμα χρέους της Ελλάδας;

Φως στα ερωτήματα αυτά ίσως ρίχνει η σχετική γνωμοδότηση του Καθηγητή Clemens Fuest του Κέντρου για τη Φορολόγηση των Επιχειρήσεων του πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Η γνωμοδότηση αυτή δόθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο στην Επιτροπή Προϋπολογισμού του Γερμανικού Κοινοβουλίου κατά τη συζήτηση για το σχέδιο νόμου που αφορά την ανάληψη εγγυήσεων στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού μηχανισμού σταθερότητας και την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Κοινοβουλίου στα πλαίσια μελλοντικών ευρωπαϊκών μέτρων σταθερότητας.

Σε αντίθεση με τη κυρίαρχη κριτική που ασκήθηκε στην ΕΕ για ολιγωρία στη περίπτωση της Ελλάδας, η εν λόγω γνωμοδότηση κρίνει ότι οι αντιδράσεις των αγορών απέναντι σε υπερχρεωμένα κράτη έχουν ένα κατ' αρχήν θετικό αποτέλεσμα, καθώς αποτελούν μία προειδοποίηση και ένα κίνητρο για αλλαγές. Η άνοδος των επιτοκίων δανεισμού για τα κράτη ανάγκασε τα τελευταία να προβούν ταχύτατα σε σκληρές μεταρρυθμίσεις, τις οποίες αρνούνταν να υλοποιήσουν για πολλά χρόνια, παρά τις επιταγές του Συμφώνου Σταθερότητας. Αυτή η λειτουργία κρίνεται ως θετική και δεν είναι επιθυμητή η ανάσχεσή της. Για το λόγο αυτό κρίνεται και ως βιαστική από μεριάς Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας η τακτική να αγοράσει κρατικά ομόλογα από υπερχρεωμένες Χώρες. Η τακτική αυτή της ΕΚΤ είχε κατά την γνωμοδότηση μόνο προσωρινά αποτελέσματα και τελικά δεν εμπόδισε τη ραγδαία άνοδο των επιτοκίων, ενώ επέφερε και τεράστιες χρηματικές απώλειες για την ίδια.

Κατά την άποψη του συντάκτη της γνωμοδότησης προβληματική γίνεται η κατάσταση μόνο σε περίπτωση που δημιουργείται πανικός στις χρηματαγορές, με μαζική απώλεια εμπιστοσύνης των δανειστών, οπότε η κατάσταση μπορεί να ξεφύγει εκτός ελέγχου και να οδηγηθεί σε μαζικά ξεπουλήματα ομολόγων. Κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη ρευστότητας για κράτη ή και για τράπεζες, ενώ σε δεύτερο στάδιο υπάρχει ο κίνδυνος η κρίση να εξαπλωθεί. Για τις επικίνδυνες αυτές περιπτώσεις χρησιμεύει ένας μηχανισμός σταθερότητας, ο οποίος θα είναι σε θέση να επιλύσει προσωρινά τα προβλήματα ρευστότητας κρατών και τραπεζών, ώσπου να ληφθούν τα απαιτούμενα μέτρα και να αποκατασταθεί η αξιοπιστία τους. Ο μηχανισμός όμως αυτός δεν πρέπει να επεμβαίνει πρόωρα και να εμποδίζει την πίεση που δημιουργείται από τις αγορές για μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομική σταθερότητα. Επιπλέον, οι ενισχύσεις που θα δίνονται θα έχουν ως προϋπόθεση την υλοποίηση μίας ανάλογης πολιτικής δημοσιονομικής σταθεροποίησης και επομένως και έναν – παροδικό κατά τον συντάκτη – περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας του υπερχρεωμένου κράτους. Με τον τρόπο αυτό δεν θα λειτουργούν οι ενισχύσεις καθησυχαστικά για τα “προβληματικά” κράτη. Αντίθετα σκοπός τους είναι να καθησυχάσουν τις αγορές, ώστε αυτές να μην οδηγηθούν σε πανικό με αποτέλεσμα να εξαπλωθεί η κρίση και σε άλλες χώρες με αντίστοιχο πρόβλημα.

Σκοπός λοιπόν ενός μηχανισμού σταθερότητας είναι να αντιμετωπίσει τα προσωρινά προβλήματα ρευστότητας και να αποτρέψει την εξάπλωση της κρίσης αγοράζοντας ομόλογα υπερχρεωμένων κρατών από ιδιώτες και παρέχοντας δάνεια σε κράτη. Ο μηχανισμός σταθερότητας κρίνεται όμως ως ανεπαρκής σε περιπτώσεις χωρών που – όπως η Ελλάδα – αντιμετωπίζουν πρόβλημα υπερχρέωσης. Ένα τέτοιο πρόβλημα δεν λύνεται κατά παραδοχή του συντάκτη ούτε με νέα δάνεια, αλλά ούτε και με δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις. Σε μία τέτοια περίπτωση υπάρχουν τέσσερις διαφορετικές δυνατότητες:
α) άμεσο και οργανωμένο κούρεμα χρέους μεγάλης έκτασης
β) μελλοντικό κούρεμα χρέους ακόμη μεγαλύτερης έκτασης
γ) μία σειρά μικρότερων κουρεμάτων, όπως ήδη συμβαίνει με τη μείωση των τόκων και τη προβλεπόμενη συμμετοχή ιδιωτών
δ) ανάληψη του χρέους από τα άλλα κράτη – μέλη

Το τελευταίο σενάριο κρίνεται ως το δυσμενέστερο, αλλά όχι ως απίθανο, σε περίπτωση που ο μηχανισμός σταθερότητας δεν καταφέρει να καθησυχάσει τους δανειστές. Ακριβώς για το λόγο αυτό εντάσσεται στις λειτουργίες του μηχανισμού η αποτροπή του πανικού και της εξάπλωσης της κρίσης ιδιαίτερα σε μία περίπτωση κουρέματος χρέους (οργανωμένης χρεωκοπίας, όπως την ονομάζει).

Τα παραπάνω δείχνουν ξεκάθαρα ότι ο μηχανισμός σταθερότητας καμία σχέση δεν έχει με αλληλεγγύη των κρατών μελών σε στιγμές κρίσης. Οι αρνητικές συνέπειες της κρίσης δανεισμού, για τα κράτη αλλά και για τις ζωές των ανθρώπων, θεωρούνται αναγκαίο επακόλουθο μίας βίαιης προσαρμογής, η οποία κρίνεται ως ευεργετική. Καμία σκέψη δεν γίνεται για προστασία της κοινωνίας από τις βίαιες αναταραχές της οικονομίας. Μοναδικός σκοπός του μηχανισμού σταθερότητας φαίνεται να είναι το να καθησυχάσει τους δανειστές και να αποτρέψει την εξάπλωση της έλλειψης ρευστότητας. Ταυτόχρονα δεν τίθεται καν σε συζήτηση το ποιο είναι το είδος των μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται για τα κράτη. Υπό τον αόριστο τίτλο των μέτρων σταθερότητας και εξυγίανσης συσκοτίζεται ολόκληρη η πολιτική συζήτηση περί των απαιτούμενων μέτρων. Το γεγονός ότι τα μέτρα αυτά όχι μόνο προκαλούν ανθρωπιστική κρίση στην Ελλάδα, αλλά και αποτυγχάνουν, καθώς βυθίζουν ακόμη περισσότερο την οικονομία στη παρακμή και την ύφεση και διαλύουν τον παραγωγικό ιστό της χώρας, δεν φαίνεται να προβληματίζει. Η παρούσα πολιτική λιτότητας που βίαια εφαρμόζεται στην Ελλάδα παρουσιάζεται ως μονόδρομος. Το ίδιο και ο (προσωρινός κατά τον συντάκτη) περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας από ένα όργανο (το μηχανισμό σταθερότητας), το οποίο δεν έχει καμία πολιτική νομιμοποίηση. Το όργανο αυτό, που καλείται να αποφασίσει την εφαρμογή πολιτικών με σοβαρότατες συνέπειες για τις ζωές εκατομμυρίων δεν είναι καν ένα πολιτικό όργανο, έστω και με μία έμμεση νομιμοποίηση όπως αυτή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, αλλά ένα κονκλάβιο τεχνοκρατών που αποφασίζει κεκλεισμένων των θυρών για τις μοίρες ολόκληρων λαών. Η μετέπειτα ψήφιση από τα εθνικά Κοινοβούλια των «προτεινόμενων» αυτών μέτρων – ενόψει του οικονομικού εκβιασμού που ασκείται – καθόλου δεν αναπληρώνει το κενό της νομιμοποίησης, παρά μόνο υποβαθμίζει και γελοιοποιεί τον ρόλο των δημοκρατικά εκλεγμένων αντιπροσώπων του λαού και της δημοκρατικής εκπροσώπησης γενικά. Η δημοκρατία σταματά εκεί που ξεκινούν οι επιταγές των αγορών...

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

στο Θανάση Γ.




η νύχτα είναι πιο γλυκιά και νιώθω λιγότερο μόνος μέσα της, σαν ξέρω ότι τη διασχίζεις σιωπηλός, η τσάντα με τα βιβλία σου στο ένα χέρι, και το τσιγάρο στο άλλο, ελαφρώς ζαλισμένος από τη μπάρα και τους joy division. Εσύ ξέρεις να τιμάς τη νύχτα, να τη συνοδεύεις ως τις τελευταίες ώρες της, να μην τη πετάς με αγνωμοσύνη ξεκουράζοντας τον εαυτό σου για την ανίερη ημέρα...εσύ ξέρεις να κρατάς τη πόλη οικεία, τη πόλη που άλλοι αφήσαμε, να χαϊδεύεις τους δρόμους της σαν αφοσιωμένος εραστής...εσύ ξέρεις τις ώρες της φρίκης της αλλά και τις κρυφές ηδονικές ανταμοιβές της, καθώς και αυτή σου δόθηκε ολοκληρωτικά. Και σαν τον τρελλό μας μιλάς για αυτή, σε γλώσσα ακατάληπτη. Και μεις κάνουμε πως καταλαβαίνουμε και σου χαμογελάμε...

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

Η αγανάκτηση κατά των Αγανακτισμένων





Από τη δική μας πλευρά,
αν αναγκαζόμασταν να επιλέξουμε
μεταξύ των βαρβάρων του πολιτισμού
και των πολιτισμένων ανδρών της βαρβαρότητας,
θα επιλέγαμε τους πρώτους.
Ευτυχώς όμως μια άλλη επιλογή είναι εφικτή
Victor Hugo

Η Δημοκρατία αφανίζεται από δύο ειδών εκτροπές:
είτε από την αριστοκρατία των Κυβερνώντων,
είτε από τη λαϊκή περιφρόνηση για τις αρχές
τις οποίες οι ίδιοι οι άνθρωποι εγκαθίδρυσαν.
Το διπλό έργο των μετριοπαθών και των ψευδοεπαναστατών
είναι να μας ταλαντεύουν διαρκώς μεταξύ των δύο αυτών κινδύνων
Maximilien Robespierre


Ένα συνονθύλευμα φωτισμένων καθοδηγητών του λαού, a la carte προασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της πολιτικής ορθότητας, κονδυλοφόρων της από την καρέκλα του υπολογιστή κριτικής στη κριτική του καναπέ, διακηρύσσοντας την βαθιά δημοκρατική τους ευαισθησία επιτέθηκαν κατά του κινήματος των Αγανακτισμένων στην Ελλάδα. Χύνουν τόνους δακρύων και μελανιού μπροστά στη φρίκη της άβουλης, απολίτικης και βάρβαρης μάζας υποκριτών Αγανακτισμένων. Και διαβάζοντας με προσοχή τα σημάδια των καιρών, προφητεύουν την αποτυχία του κινήματος, καλώντας μας να πάμε σπίτι μας, μέχρι να έρθει μία άλλη κινητοποίηση, κάποια άλλη στιγμή, με κάποια άλλα χαρακτηριστικά.

Το ενδιαφέρον των πλατωνικών αυτών εραστών της ελευθερίας και της δημοκρατίας να αναδείξουν τις ευθύνες όλης της κοινωνίας τελείως ξαφνικά ατονεί όταν ανακαλύπτουν σοκαρισμένοι πόσο επικίνδυνο είναι να θεωρεί κανείς όλους τους βουλευτές κλέφτες και όλους τους δημοσιογράφους ρουφιάνους. Διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για την αδικία που τελείται κατά των θεσμών και όλων των εκπροσώπων τους. Καταδικάζουν τη βία της μούτζας ως στείρα πολιτική πράξη αδιάκριτα στρεφόμενη προς το σύνολο του συστήματος, όταν οι ίδιοι έχουν σύρει στη λάσπη αδιακρίτως ολόκληρους επαγγελματικούς κλάδους, ξεχνώντας εκεί το ότι υπάρχουν και άνθρωποι που κάναν με φιλότιμο και τιμιότητα τη δουλειά τους. Το δημόσιο μπορεί να είναι παρασιτικό, αλλά η Βουλή δεν μπορεί να είναι μπουρδέλο. Όταν πρόκειται για τους 300 αντιπροσώπους του λαού μιλούν για τσουβάλιασμα, όταν λοιδορούν δεκάδες χιλιάδες πολίτες και εργαζόμενους, τότε κάνουν φωτισμένη κριτική και μεταρρύθμιση. Πότε όμως διώχθηκε και καταδικάστηκε τελευταία φορά κάποιος Βουλευτής, Δικαστής, Εισαγγελέας κλπ; Δεν γνωρίζουν οι επαΐοντες της πολιτικής ανάλυσης των λαθών του λαού ότι όταν ένας θεσμός δεν μπορεί να ελέγξει αυτούς που τον απαξιώνουν, απαξιώνεται και ο ίδιος ανεξάρτητα από το πόσους τίμιους περιλαμβάνει; Το γνωρίζουν, και πολύ καλά μάλιστα. Αλλά το θυμούνται μόνο όταν αφορά τους δημοσίους υπαλλήλους. Θα πρέπει όμως να αποφασίσουν. Ή η συνολική κριτική για έναν θεσμό ή σε μία κοινωνία έχει να κάνει με το πως εντέλει λειτούργησαν παρά τις φιλότιμες εξαιρέσεις, και έτσι ορθώς είναι συνολική. Ή θα είναι πάντα κριτική μόνο σε άτομα αδυνατώντας να μιλήσει για τους θεσμούς. Όποιος πάλι πιστεύει ότι οι χιλιάδες που φωνάζουν κλέφτες απευθύνονται στις ποινικές ευθύνες όλων ανεξαιρέτως των βουλευτών, μάλλον είναι πιο ανόητος από όσο ανόητο θεωρεί τον λαό.

Όσο γι' αυτούς που βλέπουν βία στο πέταγμα του αυγού και της μούτζας, αλλά όχι στο ξερίζωμα του εργατικού δικαίου, του κοινωνικού κράτους, την κατάργηση σχολείων, υποτροφιών και την πραξικοπηματική ψήφιση των Μεταρρυθμίσεων του Μνημονίου, τους λέμε ότι η αντίληψή τους περί νόμιμης βίας είναι για κλάματα. Ούτε ένα αυγό σε τρένο προς το Άουσβιτς δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν με τα κριτήρια αυτά. Αλλά εκεί μπορούν χωρίς αναστολές για άλλη μια φορά να χρησιμοποιήσουν όποια κριτήρια τους βολεύει.

Άλλοι πάλι έχοντας βαθιά επίγνωση της Ιστορίας των κινημάτων και των επαναστάσεων δηλώνουν ότι τα χαρακτηριστικά πολλών από τους Αγανακτισμένους καθιστούν το κίνημα ανεπαρκές ή και προβληματικό. Αναπολούν τις μεγάλες επαναστάσεις που δημιουργήθηκαν από ευγενέστατους ευτραφείς γνώστες του savoir vivre και πλήρως συνειδητοποιημένους πολίτες, που βέβαια δεν έβλαψαν ποτέ τους κανέναν και είχαν όλο το δίκιο με το μέρος τους. Γνωρίζουν καλά ότι η Βαστίλη γκρεμίστηκε από ριζοσπάστες φοιτητές κοινωνικών επιστημών που μόλις αποφοίτησαν από σεμινάριο περί σωστής δημοκρατίας και πολιτικά ορθών μέσων διαμαρτυρίας. Οι ίδιοι που ως τώρα έπνεαν τα μένεα κατά της αριστεράς για τον ελιτισμό της, απηυδούν τώρα μπροστά στον υποτιθέμενο απολίτικο χαρακτήρα του σημερινού κινήματος και αναλύουν εκτενώς το προβληματικό νόημα των πρακτικών του ενάντια στο ιερό κτίριο του Κοινοβουλίου. Δεν αναγνωρίζουν ότι μοιράζονται την ίδια αλλεργία και για τους ίδιους λόγους με κομμάτι της αριστεράς. Έχουν δηλαδή ελάχιστη κατανόηση για τα προβλήματα, τις έγνοιες και τις αντιλήψεις του λαού.

Με την προσφιλή τους τακτική να χρησιμοποιούν μία μέθοδο μόνο όταν τους συμφέρει συγκρίνουν την Ελλάδα με την Ισπανία και στρέφονται κατά του ελληνικού κινήματος με την κατηγορία ότι τα αιτήματά του είναι πολύ πιο ρηχά από τα αντίστοιχα των Ισπανών Αγανακτισμένων. Ωσάν οι δικοί τους λίβελοι εκτός από μία διαρκής γκρίνια και μία λογική ξεριζώματος όποιου θεσμού δεν λειτουργεί ικανοποιητικά να έβριθαν προτάσεων για το μέλλον της Χώρας. Μα υπάρχει για την Ελλάδα κεντρικότερο, ζωτικότερο σύνθημα αυτή τη στιγμή από την κατάργηση του Μνημονίου; Μπορεί να υλοποιηθεί οποιαδήποτε κοινωνική πολιτική στην Ελλάδα της Τρόικας; Την ίδια μέρα βέβαια εξέδωσε ψήφισμα το Σύνταγμα με το οποίο καλούσε σε διήμερο καταναλωτικό μπουκοτάζ και άρχισε να συζητείται η πρόταση για μαζική ανάληψη καταθέσεων. Η διάθεσή του αυτή για αγριότερα μέσα αγώνα είναι η καλύτερη απάντηση σε όσους νομίζουν ότι η ουσία ενός ξεσηκωμού εξαντλείται σε μία πλήρη λίστα με αιτήματα. Προφανώς το ελληνικό κίνημα έχει μεγάλες και ενδογενείς αδυναμίες. Πώς θα μπορούσε άλλωστε μετά από χρόνια παρακμής; Το ξεπέρασμά τους όμως περνάει μέσα από την ενίσχυση του, όχι από την απαξίωσή του. Είμαστε σίγουροι ότι μαζί με το κίνημα, και οι κονδυλοφόροι των Ισπανών έχουν κάτι πιο ουσιαστικό να συνεισφέρουν σε σύγκριση με τους εντόπιους φωστήρες της Δημοκρατίας.

Οι αποστειρωμένοι αυτοί Στοχαστές μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες: από τη μία είναι αυτοί που πάντα απεχθάνονταν τον λαό, που τον θεωρούν ηλίθια μάζα, ανίκανη όχι μόνο να κυβερνηθεί αλλά και να καταλάβει τα οφέλη που έχει για τη ζωή της η ευεργετική πολιτική των τεχνοκρατών ηγεμόνων της. Η Δημοκρατία είναι γι' αυτούς ούτως ή άλλως υπερεκτιμημένη ιδέα. Αυτοί είναι συνεπείς στις απόψεις τους όταν μιλούν για τους Αγανακτισμένους. Πάντα έβλεπαν οποιαδήποτε λαϊκή κινητοποίηση σαν συρφετό χωρίς νόημα που μόνο εμπόδιο μπορεί να αποτελέσει για την καλογυαλισμένη μηχανή της διοίκησης των ανθρώπων. Μόνη τους ασυνέπεια αυτό καθ' αυτό το γεγονός ότι κοπιάζουν να κάνουν στους ηλίθιους γνωστές τις απόψεις τους. Ίσως γιατί κατά βάθος πιστεύουν ότι θα φωτίσουν τον κόσμο με τα λόγια τους. Ίσως πάλι γιατί θεωρούν την ανάδειξη της ηλιθιότητας του άλλου επαρκή απόδειξη της μη ηλιθιότητας του εαυτού.

Υπάρχουν όμως και οι άλλοι, που δηλώνουν προοδευτικοί και δημοκράτες. Που θέλουν να δουν τους ανθρώπους να αλλάζουν και να παίρνουν τη ζωή τους στα χέρια τους. Μόνο που η δημοκρατική τους αυτή ευαισθησία είναι μικρότερη από την πολιτική τους υποχονδρία. Έτσι φρίττουν κάθε φορά που βλέπουν μία πραγματική λαϊκή κινητοποίηση και δηλώνουν απογοητευμένοι που ο λαός δεν είναι τελικά οι αστραφτεροί ιππότες που έχουν στο κεφάλι τους. Και τότε σπεύδουν, ίσως και για τους ίδιους λόγους με τους πρώτους, να μας φωτίσουν για το πώς θα πρέπει να είναι ένα νικηφόρο κίνημα, από τί ανθρώπους πρέπει να απαρτίζεται και τί αιτήματα να έχει. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν καταφέρνουν να φτάσουν πολύ βαθύτερα από τη στηλίτευση των μυρίων κακών και αοριστίες του τύπου «να γίνουμε σκεπτόμενοι» ή «πρέπει να μπει πολιτικό περιεχόμενο». Οι λίγοι που ξεχωρίζουν μας κάνουν την χάρη να μας αναλύσουν πώς φαντάζονται τον κόσμο και να μας δηλώνουν με περισσή αυταρέσκεια ότι θα αγωνίζονταν μαζί με τον λαό αν αυτός αγκάλιαζε τις ιδέες τους. Σ' αυτούς οφείλουμε αιώνια ευγνωμοσύνη για την άοκνη συμμετοχή τους, τη μεγάλη συνεισφορά τους στον αγώνα και τις τόσο πολύτιμες ονειρώξεις τους. Θα χαρούμε να τους επισκεφτούμε το συντομότερο δυνατό στον κόσμο που βρίσκονται. Τους λέμε τέλος πως η δημοκρατία που ονειρεύονται δεν είναι πραγματική, γιατί δεν είναι ζωντανή.

Ένα λαϊκό κίνημα δεν μπορεί να είναι παρά αυτό που βλέπουμε να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Μαζικό, πολύχρωμο, αντιφατικό, μεγάλο. Η αιτία της αδυναμίας του είναι ταυτόχρονα η αιτία της αβυσσαλέας δύναμής του και της ικανότητάς του να αλλάξει το υπάρχον και να δώσει νέο αίμα στα σαπισμένα του μέλη. Γιατί όταν ένα σύστημα αδυνατεί να λειτουργήσει, να αυτοκαθαρθεί και να αυτοανανεωθεί τότε είναι όχι μόνο σίγουρο, αλλά και επιθυμητό να καταρρεύσει, ανεξάρτητα από τα καλά στοιχεία που μπορεί να διέθετε. Ο κίνδυνος της αποτυχίας, ακόμη και της παρεκτροπής είναι πάντα υπαρκτός. Όμως τα πολιτικά κινήματα στην Ελλάδα ως τώρα, παρά τις μεγάλες αδυναμίες τους, έχουν τουλάχιστον δείξει ότι κατά κανόνα δεν εκφράζονται από ισοπεδωτικές στάσεις μίσους και φόβου. Οφείλουμε για άλλη μια φορά να εμπιστευτούμε το λαό. Και να δώσουμε ότι καλύτερο έχουμε για να γίνει αυτό το κίνημα η αρχή όλων όσων θέλουμε να δούμε.




Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

Για τη νομική εκπαίδευση



Όπως μου είπε κάποτε ο Καθηγητής Redslob, ο πρώτος Πρύτανης του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου - ο οποίος επ' ουδενί δεν θα χαρακτηριζόταν ως προοδευτικός -  η Νομική εκπαίδευση μοιάζει με εκπαίδευση ενός Τσίρκου Ψύλλων. Αφού συλληφθούν, κλείνονται σε ένα πακέτο τσιγάρα, στο άνοιγμα του οποίου τοποθετείται ένα κομμάτι γυαλί. Όταν οι ψύλλοι προσπαθήσουν να πηδήξουν έξω απ' το πακέτο, συγκρούονται με το γυαλί. Μετά από λίγο καιρό μαθαίνουν πόσο ψηλά μπορούν να πηδήξουν, χωρίς να συγκρουστούν. Όταν τέλος αφαιρεθεί το γυαλί, έχουν πια ξεμάθει να πηδούν έξω από το πακέτο. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται συνεχώς σε όλο και μικρότερα πακέτα, μέχρι να μάθουν οι ψύλλοι ότι δεν μπορούν καθόλου να πηδήξουν. Όταν έχουν μάθει πια να κινούνται μόνο σερνάμενοι, τότε έχει ολοκληρωθεί και η εκπαίδευσή τους για το τσίρκο. Αυτό για τους νομικούς είναι η στιγμή των τελικών εξετάσεων. Κατά τη διάρκεια των σπουδών τους αφαιρείται και η παραμικρή διάθεση για δημιουργική σκέψη και καταλαβαίνουν πολύ γρήγορα, ότι κάθε πρόσθετη γνώση περί κοινωνικοψυχολογικών, οικονομικών ή κοινωνικών σχέσεων αποτελεί μόνο εμπόδιο στη νομική εργασία.  Τέτοιες γνώσεις δεν ωφελούν σε τίποτα απέναντι στους ήδη αναγνωρισμένους νομικούς.
( Klaus Eschen, Vor den Schranken, Kursbuch 40, 1975, S. 104)

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

ο ουρανός εντός μου...



τυχαία έπεσα σε αυτό το απόσπασμα από τη τελευταία ταινία για τη ζωή του Γιάννη του Αγγελάκα. Εδώ ο γιάννης καταλήγει με φίλους στον Ψηλορείτη, όπου στήνεται ένα πρόχειρο αλλά θερμό γλεντάκι. Κοιτάζοντας τους τόπους, τους ανθρώπους, ακούγοντας τις μουσικές, σκέφτηκα χρόνους άλλους, μια ζωή πιο απλή, πιο περήφανη, έναν λαό πιο απλό, πιο περήφανο, που μέτραγε τη ζωή όχι με το χρήμα...ίσως έναν λαό που δεν υπήρξε ποτέ, αλλά που μέσα μας, σε κάποιο σκοτεινό βάθος ανασαίνει βαριά.
Και μετά πώς φτάσαμε ως εδώ; πώς πουλήσαμε τον ουρανό για έπιπλα και σκεύη; πώς γίναμε φτωχοδιάβολοι και σκύβουμε το κεφάλι για να διασφαλίσουμε ότι αύριο ο μισθός θα μπει στη τράπεζα;
Γιατί μπορεί να είναι ο πρωθυπουργός μας αυτός που κάνει τα πάντα για να μη δυσαρεστήσει τους δανειστές μας. Αλλά οι δανειστές μας πρέπει να μείνουν ευχαριστημένοι για να συνεχίσουν να μας δανείζουν. Για να συνεχίσουμε να καταναλώνουμε, γιατί έχουμε ξεχάσει να παράγουμε. Και το ξέρουμε, γι'αυτό και το επιτρέπουμε ακόμη και αν διαμαρτυρόμαστε όταν μας χτυπά κατακούτελα. Στην πραγματικότητα, έχουμε πτωχεύσει εδώ και καιρό. Και πτωχεύσαμε πρώτα ηθικά. 
Ίσως τελικά όλο αυτό ξεκινά από πολύ παλιότερα, από την ένταξη μας στη νεωτερικότητα ως νεοέλληνες. Ίσως τελικά αυτός ο λαός δεν μπόρεσε ποτέ να ενταχθεί σε ένα τρόπο ζωής ασύμβατο - σε κάποια μέρη του - με τη κοσμοθεώρηση του...ίσως πάλι όλα αυτά να είναι ουσιοκρατικες αηδίες και οι κύκλοι του καπιταλισμού να εξηγούν καλύτερα το τί συμβαίνει.
Και τότε το μυαλό μου πάει μακριά σε έναν άλλο λαό, τους ινδιάνους. Η εικόνα που μας έχει μεταφερθει για τους ινδιάνους ως ευγενεις αγρίους μπορεί να είναι μία αντίστροφη αντανάκλαση της δυτικής αλλοτρίωσης, μία ρομαντική εικόνα που κρύβει μία σκληρή πραγματικότητα. Αλλά είναι γεγονός ότι αυτό που σήμερα είναι οι ινδιάνοι είναι μία θλιβερή σκιά του παρελθόντος τους. Κατήντησαν άνεργοι αλκοολικοί στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές των ΗΠΑ. Σίγουρα έχει να κάνει με τη πολιτική των εποίκων απέναντί τους, με ιστορικές αδικίες και εγκλήματα που ως και σήμερα βαραίνουν στις πλάτες τους. Αλλά ιστορικές αδικίες έγιναν σε πολλούς λαούς, και παρόλα αυτά κάποιοι τα κατάφεραν καλύτερα.
Και ύστερα έρχεται στο μυαλό μου το ποίημα του Baudelair, το αλμπατρος:
Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ' ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τ' αποσταμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.


Ίσως λοιπόν κάποιες κουλτούρες να είναι πιο ασύμβατες με τη χρηματοπιστωτική πραγματικότητα. Ίσως όταν αυτές οι κουλτούρες -άσχετα πόσο αξιολογες- βρεθούν σε ένα τέτοιο περιβάλλον εξελίσσονται με πολύ παρακμιακό τρόπο...δεν είναι ο ξέφρενος καταναλωτισμός των ελλήνων μία αναστροφή της πιο περίπλοκης και "large" σχεσης τους με το χρήμα, σε αντίθεση με τους πάντα φειδωλούς, εργατικούς και ορθολογικούς γερμανούς, μίας σχέσης που ξεκινά από το κέρασμα και το δώρο, ακόμη και αν φτάνει στη βίλα και τη πόρσε; Η διαφθορά και η διαπλοκή -πρφανώς παθογένειες- δεν είναι ίσως μια απεγνωσμένη απόπειρα του διοιηκούμενου να αντιμετωπίσει και να προσωποποιήσει έναν απρόσωπο, γραφειοκρατικό και επιπλέον στην ελληνική του έκδοση αυθαίρετο και αναξιόπιστο κρατικό μηχανισμό; Και αν αυτά έχουν μια μικρή έστω δόση αλήθειας, τότε περιμένουμε να λυθεί το πρόβλημα με τη περαιτέρω γερμανοποίηση των θεσμών και των ανθρώπων μας;
Δε ξέρω αν είμαστε ασυμβίβαστοι με τη δυτική νεωτερικότητα. Τί σημαίνει άλλωστε ασυμβίβαστοι; οι άνθρωποι αλλάζουν, εξελίσσονται. Αλλά και αυτή η εξέλιξη είναι προϊόν της συναντησης του παλιού με το καινούριο. Και ακόμη αν με τους εξ εσπερίας το καινούριο είναι κοινό (έστω και με σχετικά δυσμενέστερους όρους), σίγουρα το παλιό μας διαφέρει. Ήταν μαθηματικά προβλέψιμη αυτή η εξέλιξη; Σίγουρα όχι. Είμαστε πάντα υπεύθυνοι για τις επιλογές που κάνουμε, όσο και αν αυτές επηρεάζονται από το ποιοι είμαστε. Ίσως όμως και ο προτεσταντικός καπιταλισμός να μας είναι - σε κάποιο κομμάτι της ύπαρξης μας - ξένος, με αποτέλεσμα τον (ηθικό και οικονομικό) ξεπεσμό μας εντός του. 
Το τί θα κάνουμε από δω και πέρα μου είναι άγνωστο. Φαντάζομαι ό,τι κάνουμε πάντα. Κουτσά στραβά θα αυτοσχεδιάσουμε...το πώς θα εξελιχθούμε εντός του υπάρχοντος μου είναι ακόμη πιο άγνωστο. Θα πρέπει να κατεβούμε από τον Ψηλορείτη της καρδιάς μας, να τον αφήσουμε για πάντα πίσω για τη βουή της Αθήνας; Μπορούμε να το κάνουμε;  Το μυαλό μου ξαναγυρνά στη Κρήτη...
Πώς έφτασα ως εδώ από τον Αγγελάκα;


Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010

Intellectum 7- δημοσίευση άρθρου μου για τη μπούρκα (επικαιροποιημένου και διορθωμένου)...ευχαριστώ!

Το 7ο τεύχος του intellectum θα βρίσκεται από αύριο στα ράφια των βιβλιοπωλείων "ΙΑΝΟΣ" και "Πρωτοπορία" στη Θεσσαλονίκη
 με τιμή 5 ευρώ.


Στο 7ο τεύχος, υπάρχουν μεταξύ άλλων άρθρα για τον ιδρυτή της Wikileaks, την εικονική επανάσταση του Facebook, την απαγόρευση της μπούρκας στην Ευρώπη, τα μέτρα κατά του καπνίσματος, την ουτοπία, τις φιλοσοφικές θέσεις του Νίτσε και του Κίρκεργκορ για το φθόνο και την μνησικακία, τον βασανισμό Παλαιστινίων, καθώς και μια σειρά πρωτότυπων άρθρων για την οικονομική κρίση. Τέλος, φιλοξενείται συνέντευξη με τον παγκοσμίου φήμης καθηγητή διεθνούς δικαίου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων William Schabas (διευθυντή του Ιρλανδικού Κέντρου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων) για το ρόλο της πολιτικής στο διεθνές ποινικό δίκαιο και την επιλεκτική προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στο 7ο τεύχος έγραψαν οι: Αθηνά Αυγητίδου, Ελένη Λαλούμη, Αγγελική Κιτρίνη, Διονύσης Γρανάς, Χάρης Πεϊτσίνης, Βασιλική Τσακίρη, Σωτήρης Γάκος, Αλέξης Καζαντζίδης, Βίκτωρ Τσιλώνης, Παντελής Ραδίσης, Γρόλλιος Γιώργος, Γρηγόρης Γεροτζιάφας, Ελισάβετ Γρηγοριάδου, Chantel Tatoli, Irit Ballas, William Schabas.

Μεταφράσεις: Αθηνά Αυγητίδου, Νάνσυ Ράπτη, Βίκτωρ Τσιλώνης

Σκίτσα: Δημήτρης Καρλαφτόπουλος, Λίλα Αγραφιώτη.

Επίσης συμμετείχαν οι φωτογράφοι: Oliver Stahmann, Δηµήτρης Μπαλάσκας (untitledimages.gr), Αργύρης Λιαπόπουλος, Γιώργος Νέσης, Γεωργία Κουτσιάνου, Ορχάν Τσολάκ.

To 7ο τεύχος σχεδιάστηκε από τον Μιχάλη Καράκωστα (www.mkdesigns.eu).

Επιμέλεια τεύχους: Σοφία Γιοβάνογλου, Διαμαντής Κρυωνίδης, Γιώτα Φυτανίδου.

Υπεύθυνος Επικοινωνίας & Προώθησης: Κείμης Κρυωνάς

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

Δικαίωμα στη Μπούρκα;



Την πλήρη απαγόρευση της μπούρκας και του νικάμπ (του γυναικείου ενδύματος που επιτρέπει να φαίνονται μόνο τα μάτια) στους δημόσιους χώρους ψήφισε η Γαλλική Γερουσία. Στους παραβάτες θα επιβάλλεται πρόστιμο 150 € και θα υποχρεούνται να παρακολουθήσουν σεμινάρια γύρω από τη γαλλική υπηκοότητα, ενώ πολύ βαρύτερες ποινές προβλέπονται για αυτούς που τυχόν θα εξαναγκάσουν τις γυναίκες να φορέσουν τα παραπάνω ενδύματα. Ανάλογες ρυθμίσεις συζητά και το Βέλγιο.
Εκτός από το σοβαρότατο αυτό γεγονός, που σηματοδοτεί και θεσμικά τη πολιτική κομματιού της Ευρώπης, και μάλιστα του σκληρού της πυρήνα, απέναντι στους μουσουλμάνους, αφορμή για το εν λόγω άρθρο υπήρξε σχετική πρόσφατη δημοσίευση στο Έθνος της 3ης Σεπτεμβρίου1 της αγαπητής καθηγήτριας στο Συνταγματικό Δίκαιο της Νομικής του ΑΠΘ, Λίνας Παπαδοπούλου. Εφόσον υπήρξα φοιτητής της, είναι μεγάλος ο πειρασμός να συνεχίσω τη συζήτηση μαζί της και με άλλους τρόπους.
Κατ' αρχήν δεν μπορούμε παρά να επαναλάβουμε το αυτονόητο ότι η ευρεία προστασία τόσο της θρησκευτικής ελευθερίας ως ζωτικό μέρος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, όσο και η ελευθερία της έκφρασης αποτελούν αναντίρρητο κεκτημένο του Δυτικού Πολιτισμού του Διαφωτισμού και των Δικαιωμάτων. Ο περιορισμός των δικαιωμάτων αυτών μπορεί να γίνει για πολύ συγκεκριμένους και σοβαρούς λόγους, όπως για την προστασία της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, της δημόσιας υγείας και της προστασίας δικαιωμάτων άλλων ατόμων. Επιπλέον, ένας σχετικός περιορισμός θα πρέπει να πάρει τέτοια μορφή, που να σέβεται την αρχή της ισότητας, δηλαδή να μην αναφέρεται μόνο σε μία θρησκευτική ή πολιτιστική ομάδα, αλλά σε οποιοδήποτε άτομο υιοθετεί ανάλογες συμπεριφορές. Έτσι για παράδειγμα, σε χώρους και συνθήκες όπου είναι απαραίτητη η εμφάνιση του προσώπου (αστυνομική εξακρίβωση, δημόσια υπηρεσία ή τραπεζικές συναλλαγές όπου απαιτείται η αυτοπρόσωπη παρουσία) θα ήταν θεμιτή η απαγόρευση όχι μόνο της μπούρκας ή του νικάμπ, αλλά οποιασδήποτε μορφής απόκρυψης του προσώπου2. Ανάλογη ρύθμιση έχει εφαρμοστεί στα βρετανικά σχολεία, με το αιτιολογικό ότι παρόμοιες ενδυμασίες εμποδίζουν την επικοινωνία της μαθήτριας με την καθηγήτριά της, η οποία επικυρώθηκε και από το Ανώτερο Δικαστήριο της χώρας. Αντίθετα, προβληματικός είναι ο σχετικός βελγικός νόμος: ξεπερνά μεν το σκόπελο της ισότητας με το να μην κάνει λόγο για τα συγκεκριμένα ενδύματα, αλλά γενικά για άτομα που κυκλοφορούν «με το πρόσωπο καλυμμένο μερικώς ή ολικώς και με ρούχα που είναι έτσι φτιαγμένα ώστε να μην είναι αναγνωρίσιμο το άτομο που τα φορά». Θεσπίζει όμως μία γενική απαγόρευση κάλυψης του προσώπου, η οποία καθόλου δεν μπορεί να στηριχθεί στην ανάγκη τήρησης της δημόσιας τάξης. Μία τέτοια καθολική απαγόρευση της κάλυψης του προσώπου σε δημόσιους χώρους αντιμετωπίζει όλους τους πολίτες ως εν δυνάμει παραβάτες και διαρκώς διαθέσιμους στον έλεγχο και την εποπτεία της αστυνομικής εξουσίας. Ο κίνδυνος τέλεσης εγκλημάτων δεν μπορεί να επιβάλλει έναν τόσο γενικό περιορισμό στην έκφραση και την συμπεριφορά των πολιτών. Ακόμη και ο διαφορετικής αφετηρίας αλλά ανάλογης εμπνεύσεως ελληνικός νόμος για τις κουκούλες ήταν πολύ πιο προσεκτικός, καθώς απαγόρευε την κάλυψη του προσώπου μόνο κατά τη διάρκεια δημοσίων συναθροίσεων.
Η κυρία Παπαδοπούλου από τη πλευρά της καθόλου δεν αναφέρεται σε μία γενική ή μερική απαγόρευση της κάλυψης προσώπου, αλλά θεμελιώνει την άποψή της για κατάργηση των συγκεκριμένων μόνο γυναικείων ενδυμάτων κυρίως στην ίδια την προστασία της ελευθερίας και της αξιοπρέπειάς των γυναικών που τα φορούν, καθώς, όπως λέει, «Το ολόσωμο και ολοπρόσωπο ένδυμα καταργεί το άτομο ως πρόσωπο...τα διαφοροποιητικά και ταυτοποιητικά χαρακτηριστικά του. Η πρόσληψη του τελευταίου ως προσώπου με ηθική αξία, και όχι ως ομογενοποιημένου μέλους μιας αγέλης, αποτελεί, ωστόσο, θεμελιώδη αρχή όλου του δυτικού πολιτισμού με βαθιά θεμέλια και μεγάλη ιστορική διαδρομή». Το επιχείρημα αυτό είναι σοβαρό. Η κατάργηση της ατομικότητας του προσώπου, η εκμηδένιση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, πνευματικών και φυσικών, που διαμορφώνουν τη προσωπικότητά του, αποτελεί σημαντική παραβίαση των δικαιωμάτων του. Ωστόσο είναι η απόκρυψη εκμηδένιση; Η αντίληψη ότι η μορφή της γυναίκας πρέπει να είναι ορατή μόνο στον νόμιμο σύζυγό και την οικογένεια της, εντός της οικίας, προφανώς και συνιστά βαρύ περιορισμό στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας της πρώτης, και μάλιστα για σκοπό νομικά μη αποδεκτό, αλλά δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι εκμηδενίζει την ατομικότητά της, καθώς η γυναίκα συνεχίζει να είναι, και να αντιμετωπίζεται από τον περίγυρό της, μέσα αλλά και έξω από το σπίτι της, ως άτομο συγκεκριμένο με «πρόσωπο» και προσωπικότητα, και όχι ως μία γυναίκα αφηρημένα. Βέβαια η προσβολή της αξιοπρέπειας είναι γεγονός. Από την άλλη όμως και η απαγόρευση μίας τέτοιας πρακτικής όταν αυτή είναι ηθελημένη, σίγουρα αποτελεί προσβολή της αξιοπρέπειας του ατόμου, στο βαθμό που παραβιάζει την άσκηση των θρησκευτικών του ελευθεριών, των πολιτιστικών του δικαιωμάτων και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του γενικά, ανεξάρτητα του αν αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση θα σήμαινε υπαγωγή σε ένα καθεστώς κοινωνικά ιεραρχικό. Αυτή την άποψη δέχονται στη πρόσφατη γνωμοδότησή τους γύρω από το θέμα και οι Δικαστές του Γαλλικού Συμβουλίου Επικρατείας, οι οποίοι, αναφέρονται στην κατοχύρωση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του δικαιώματος των προσώπων να ζουν τη ζωή τους σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους. Κατά συνέπεια, συνεχίζουν, είναι έωλο το επιχείρημα ότι η ενδυμασία αυτή προσβάλλει την αξιοπρέπεια της γυναίκας, αν αυτή επιλέγει να τη φοράει. Το Συμβούλιο της Ευρώπης από τη πλευρά του, στο προαναφερθέν ψήφισμα προκρίνει ως συναφές μέσο για την προάσπιση της αξιοπρέπειας των γυναικών την προστασία της ελεύθερης επιλογής των γυναικών να φορούν ή όχι μία θρησκευτική ενδυμασία.
Η αντίληψη περί απαγόρευσης της μπούρκας και του νικάμπ όταν θεμελιώνεται στην ελευθερία και την αξιοπρέπεια αυτών που τη φορούν με τη θέλησή τους, ουσιαστικά επιστρατεύει τον καταναγκασμό ως μέτρο αποκατάστασης μίας απολεσθείσας, ακόμη και ηθελημένα ελευθερίας, αλλά και μίας βαριά προσβληθείσας κοινωνικής ηθικής (άσχετα αν δρων και θύμα είναι το ίδιο άτομο και μόνο). Μία ανάλογη πρακτική θα δικαιολογούνταν για παράδειγμα στη περίπτωση όπου ο ενδιαφερόμενος θα προσπαθούσε να πουλήσει τον εαυτό του για σκλάβο, ή ένα σωματικό του όργανο. Κάτι τέτοιο όμως αποτελεί συμπεριφορά απόλυτα απαράδεκτη από τον νομικό πολιτισμό μας, παράνομη άνευ ετέρου και για όλους, ακόμη και αν το ίδιο το άτομο την επιθυμεί, γιατί όχι μόνο προσβάλει τα δικαιώματά του, αλλά αντιστρατεύεται τον ίδιο τον πυρήνα της σύγχρονης αντίληψης για τον άνθρωπο και την αξία του, ο σεβασμός της οποίας συνιστά όριο της «ελευθερίας» απαράβατο. Η κάλυψη του προσώπου από την γυναίκα μουσουλμάνα υποδηλώνει μεν μία αξιακή τοποθέτηση ξένη πλέον με αυτήν που διέπει το δυτικό πολιτισμό των δικαιωμάτων και ελευθεριών, στο βαθμό που υποβιβάζει την αξία και το ρόλο της γυναίκας. Το ότι κάτι τέτοιο όμως κρίνεται και αποδοκιμάζεται νομικά στη βάση μίας φορεσιάς, δηλαδή μίας πράξη νομικά αδιάφορης ως τώρα για το υπόλοιπο του πληθυσμού, μόνο με την υπόθεση ότι αυτή φέρει ένα ιδεολογικό φορτίο απαράδεκτο, είναι εξόχως προβληματικό. Δεν είναι η ίδια η φορεσιά (καθώς δεν απαγορεύεται καθ' αυτή η κάλυψη του προσώπου) αλλά αυτό που υποδηλώνει που οδηγεί στην απαγόρευσή της. Μία τέτοια πρακτική όμως είναι εξίσου αντίθετη με το διαφωτιστικό φιλελεύθερο πνεύμα των δικαιωμάτων και των ελευθεριών. Το νικάμπ δεν εντάσσεται επ' ουδενί στην ίδια κατηγορία πράξεων με την πώληση του εαυτού, και παρότι αποτελεί κατ' αρχήν προσβολή της προσωπικότητας, σίγουρα δεν είναι τέτοιας φύσης και έκτασης που να μην αίρεται όταν γίνεται αυτόβουλα. Έτσι, το επιχείρημα της συγγραφέως περιέχει μία αδιόρατη αλλά σημαντική αντιστροφή της φιλελεύθερης σκέψης. Βασική αρχή και πυλώνας της τελευταίας, είναι να «τιμωρεί» μία ιδέα, μόνο εκεί που αυτή εκδηλώνεται με πράξεις κοινώς απαράδεκτες και απορριπτέες, τόσο αντίθετες καθ' αυτές με την έννομη τάξη, που ακόμη και η συναίνεση του παθόντος δεν μπορεί να τις καταστήσει αποδεκτές. Η παραπάνω όμως λογική απαγόρευσης της μπούρκας αντιστρέφει αυτή την αρχή, και οδηγούμαστε έτσι στο παράδοξο να τιμωρούμε μία πράξη, μόνο στο βαθμό που αυτή απορρέει από μία ιδέα! Κάτι τέτοιο όμως θα γειτνίαζε απειλητικά με αποδοκιμασία του ίδιου του ισλάμ, και θα ερχόταν
σε επικίνδυνη τριβή και με την αρχή της ανεξιθρησκείας.
Περαιτέρω, η κυρία Παπαδοπούλου στο κείμενό της γράφει:
«Η συγκεκριμένη ενδυματολογική επιλογή δεν αποτελεί προϊόν αυτονομίας, αλλά της καταπίεσης που οι γυναίκες -ασύγκριτα διεισδυτικότερα από τους άνδρες- υφίστανται από τη θρησκευτική κοινότητα στην οποία ανήκουν. Αν οι γυναίκες αυτές είχαν πραγματικά ανατραφεί σε καθεστώς προσωπικής αυτονομίας, τότε και μόνο τότε οι επιλογές τους θα μπορούσαν να γίνουν δεκτές ως έκφανση προσωπικής αυτοδιάθεσης. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει».
Η αντίληψη περί ατομικής αυτονομίας που κατατίθεται εδώ δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή χωρίς κριτική βάσανο. Ποιο θα ήταν το καθεστώς προσωπικής αυτονομίας στο οποίο αναφέρεται η συγγραφέας; Μήπως αυτό στο οποίο ανατραφήκαμε εμείς; Μήπως διαλέξαμε εμείς, στην ανατροφή μας, τη θρησκεία στην οποία ανήκουμε, τα ρούχα τα οποία φοράμε, την εθνικότητα και τη γλώσσα μας; Μήπως αυτή η στιγμή ανήκει στο μέλλον, όπου τα παιδιά στην ανατροφή τους θα διαλέγουν ελεύθερα τη πολιτιστική παράδοση εντός της οποίας θα μεγαλώνουν; Μα ποτέ δεν θα ήταν δυνατό κάτι τέτοιο, καθώς όλοι γεννιόμαστε εντός μίας κοινωνίας, η οποία φέρει σειρά αξιών και κανόνων, λιγότερο ή περισσότερο ρευστών, λιγότερο ή περισσότερο ανεκτικών αλλά πάντως κανόνων εντός των οποίων – ακόμη και ενάντια σε αυτούς, αλλά πάντα σε σχέση μαζί τους – γεννιόμαστε και ζούμε. Η αυτονομία μας συνίσταται στη δυνατότητα μας να αμφισβητήσουμε - για τον εαυτό μας ή και για ολόκληρη τη κοινωνία – τις υπάρχουσες αξίες και να επιλέξουμε κάποιες άλλες ή να αναζητήσουμε νέες. Αυτό αποτελεί όχι μόνο τη μαγιά της ατομικής ελευθερίας αλλά και της κοινωνικής αλλαγής, και αυτό ακριβώς πρέπει να διαφυλαχθεί με κάθε μέσο.
Αν πάλι η κυρία Παπαδοπούλου πιστεύει ότι κάτι τέτοιο πρέπει να ισχύει αποκλειστικά για το χώρο της θρησκείας - αυτό που ονομάζει ελευθερία από τη θρησκεία (γιατί άραγε μόνο από τη θρησκεία;) - ότι δηλαδή, αν αποτολμήσουμε να το ερμηνεύσουμε, η ανατροφή όλων θα έπρεπε να είναι πλήρως απελευθερωμένη από θρησκευτικά στοιχεία, και η θρησκεία να είναι κάτι που θα επιλέγεται ελεύθερα όταν το παιδί μεγαλώνει, τότε ούτε ακόμη και η Γαλλία δεν μπορεί να πει ότι έχει πετύχει σήμερα κάτι τέτοιο, πόσο μάλλον η Ελλάδα. Πράγμα όμως λογικό, καθώς η θρησκεία, θέλοντας και μη αποτελεί σήμερα βασικό και επιδραστικό στοιχείο όλων των πολιτισμών, στο βαθμό που έχει συμβάλει και συμβάλει ως τα τώρα στη διαμόρφωση του τρόπου που βλέπουμε τον κόσμο και επομένως όχι μόνο στις θρησκευτικές και πνευματικές μας αξίες, αλλά και σε αυτές τις κοινωνικές, πολιτικές οικονομικές κλπ.3 Ακόμη και η διακηρυγμένα πιο άθεη κοινωνία είναι σήμερα βαθύτατα επηρεασμένη από τη θρησκεία με την οποία ήταν συνοδοιπόρος μέσα στην Ιστορία. Το αν στο μέλλον θα μπορέσουμε να «απελευθερωθούμε» από μία τέτοια επίδραση, και αν έστω μία τέτοια απόπειρα θα είχε νόημα ή οφέλη είναι μία μεγάλη και χρήσιμη συζήτηση, που πρέπει όμως να γίνει με προσοχή. Ανεξάρτητα πάντως από όλα τα παραπάνω, το να αποτελέσει μία τέτοια αντίληψη για το μέλλον θεμέλιο για την απαγόρευση συγκεκριμένης συμπεριφοράς μίας μόνο θρησκευτικής ομάδας, μάλλον αυθαίρετο θα ήταν, αλλά και προφανώς ατελέσφορο, καθώς επ' ουδενί μία τέτοια απαγόρευση δεν μπορεί να άρει την ήδη τελεσθείσα καταπάτηση μίας (προκοινωνικής;) αυτονομίας.
Τελειώνοντας, οφείλουμε να πούμε ότι αν υπάρχει μία σχετική κατανόηση, όχι δικαιολόγηση, της πρακτικής αυτή από πλευράς Γαλλίας, μία ανάλογη προσέγγιση (γιατί η ρύθμιση η ίδια θα στερούταν αντικειμένου) στην Ελλάδα θα ήταν πολύ πιο αβάσιμη. Η Γαλλία παραδοσιακά εχθρευόταν οποιαδήποτε εκδήλωση θρησκευτικής συμπεριφοράς στο δημόσιο χώρο της, ακόμη και χριστιανικής. Έτσι είναι έστω συνεπές από την πλευρά της να θέσει ζήτημα νικάμπ. Η Ελλάδα αντιθέτως ποτέ δεν διαχώρισε το δημόσιο χώρο από τις διάφορες θρησκευτικές εκδηλώσεις: αφενός το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα επηρέασε και επηρεάζει βαθιά τη κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική ζωή της χώρας, αφετέρου και το ισλάμ αποτελεί εξίσου σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης της ταυτότητάς της, για προφανείς ιστορικούς λόγους αλλά και για το γεγονός ότι από ιδρύσεως της υπήρχαν στην Ελλάδα Έλληνες μουσουλμάνοι, οι οποίοι επιπλέον απολαμβάνουν -σύμφωνα με το νόμο- μία ευρεία προστασία και υπό το καθεστώς της μειονότητας. Στην απόλυτα υποθετική περίπτωση που μία ανάλογη διαδικασία διαχωρισμού θα είχε τέτοια αφετηρία, αυτό θα ήταν τουλάχιστον ατυχές.
2Αυτή την άποψη φαίνεται να ασπάζεται και το Συμβούλιο της Ευρώπης, που με ψήφισμα του τον Ιούνιο 2010 καταδίκασε την καθολική απαγόρευση της μαντίλας, ενώ αντίθετα θεωρεί ότι κάτι τέτοιο θα ήταν επιτρεπτό σε περιορισμένη έκταση και συγκεκριμένες συνθήκες, για λόγους ασφαλείας.
3αλλά και με τη σειρά της η θρησκεία έχει επηρεαστεί αναπόσπαστα από τις κοινωνικές, πολιτικές κλπ. αντιλήψεις. Το ίδιο το παράδειγμα του νικάμπ είναι χαρακτηριστικό. Παρότι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη θρησκεία (μία συγκεκριμένη ερμηνεία της), η σχετική αντίληψη για τη γυναίκα που το ένδυμα αυτό εμπεριέχει υπερβαίνει κατά πολύ τη θρησκευτική σφαίρα, έχει ρίζες κοινωνικές και πολιτισμικές. Η δε ολοπρόσωπη κάλυψη του προσώπου ήταν παράδοση συγκεκριμένων περιοχών στη Περσία και την Αραβία ακόμη πριν το Ισλάμ. Και βέβαια ούτε η περιοχή μας είναι ξένη με την – μερική έστω – κάλυψη του κεφαλιού των γυναικών. Κατά πόσο βέβαια είναι δυνατό και έχει νόημα εν γένει να διαχωρίσουμε το αν μία συμπεριφορά έχει θρησκευτικές ή κοινωνικές ή πολιτιστικές ρίζες, το αν είναι θρησκευτικής ή άλλης υφής, είναι μάλλον μία ερώτηση που η ίδια η κυρία Παπαδοπούλου θα έπρεπε να θέσει και να απαντήσει.